Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ & ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Πολλοί νεοπροτεστάντες και πεντηκοστιανοί σε διάφορα έντυπά τους δεν αρνούνται την ιστορική μαρτυρία, ότι τον Κανόνα της Αγίας Γραφής τον καθόρισε η Εκκλησία τού Δ’ αιώνα.
Και ερωτάμε: Δεν είναι τουλάχιστον λογικό να δεχθούν ότι εκείνη η Εκκλησία υπήρξε πράγματι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας»; (Α’ Τιμ. Γ. 15 ). Πώς αλλιώς θα ήταν σωστός ο Κανόνας των βιβλίων της Γραφής; Γιατί λοιπόν, η διδαχή των εν λόγω ομάδων δεν έχει καμμιά σχέση με την πίστη εκείνης της Εκκλησίας;
Η Αγία Γραφή δεν είναι ΣΥΛΛΟΓΗ όλων των διασωθέντων κειμένων, πού μιλούν για την αποκάλυψη τού Θεού,
αλλά ΕΠΙΛΟΓΗ μόνο μερικών εξ αυτών. Ποιών; Αυτών πού εγκρίθηκαν και αναγνωρίσθηκαν ως αυθεντικά από την χρήση τους (και μάλιστα την λειτουργική χρήση τους) μέσα σε μια κοινότητα. Σε ποια κοινότητα; Σε μια κοινότητα με συγκεκριμένα στοιχεία ταυτότητας: με ιστορία, με ιεραρχία, με ορατά και επαληθεύσιμα κριτήρια αδιάσπαστης συνέχειας και ενότητας.
 Και με ποιο κριτήριο η συγκεκριμένη κοινότητα έκανε την επιλογή των βιβλίων της Αγίας Γραφής; Προφανώς με το κριτήριο πού αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: ίνα πιστεύομε ότι Ιησούς εστίν ο Χριστός ο υιός τον Θεού, και ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού. (Ιω. 20, 30-31). Υπήρχε επομένως συγκεκριμένος σκοπός πού υπαγόρευε αυτήν την επιλογή.
Έγινε λοιπόν επιλογή ορισμένων κειμένων, πού εν συνεχεία παραδόθηκαν στους πιστούς, σαν μια εγκεκριμένη ενιαία έκδοση τού θείου μηνύματος. Το μήνυμα είναι θείο. Έρχεται από τον Θεό. Αλλά η συγκεκριμένη πιστή κοινότητα είναι εκείνη, πού αναγνωρίζει τον κηρυττόμενο λόγο και μαρτυρεί περί της αληθείας του.
Αφού λοιπόν η Αγία Γραφή, ως βιβλίο, συνετάγη εντός της κοινότητος της Εκκλησίας και πρωταρχικός της σκοπός ήταν η διδασκαλία αυτής της κοινότητος, φυσικό συμπέρασμα είναι ότι: δεν εγέννησε η Αγία Γραφή την Εκκλησία αλλά η Εκκλησία εγέννησε την Αγία Γραφή. Η Εκκλησία είναι η μητέρα και η Αγία Γραφή είναι θυγατέρα της. Γι’ αυτό δεν είναι δυνατόν να διαχωρισθεί το βιβλίο αυτό από την Εκκλησία.

Να, γιατί είχε απόλυτο δίκιο ο Τερτυλλιανός (De praescriptione haereticorum), όταν δεν ήταν διατεθειμένος να συζητεί αμφισβητούμενα θέματα της πίστεως με τους αιρετικούς επί βιβλικής βάσεως. Αφού η Γραφή ανήκει στην Εκκλησία, η προσφυγή των αιρετικών σ’ αυτήν είναι παράνομη. Δεν έχουν κανένα δικαίωμα πάνω σε ξένη περιουσία.
Στο πνεύμα αυτής της προβληματικής κινούμενος και ο αείμνηστος ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος έγραφε: Ας μας απαντήσουν οι προτεστάντες, σε ποιο μέρος της Καινής Διαθήκης λέγεται ότι τα βιβλία της είναι 27; Ασφαλώς πουθενά! Ποιος λοιπόν σας το είπε; Ασφαλώς η παράδοση της Εκκλησίας, την οποία απορρίπτετε. Ώστε έχετε κόρην άνευ μητρός; Με ποια λογική κρατάτε την θυγατέρα, την Καινή Διαθήκη, και απορρίπτετε την μητέρα της, την Παράδοση σαν αυθεντία της ‘Εκκλησίας; (Αντιευαγγελικοί οι Ευαγγελικοί, σελ. 26).

Είναι πράγματι τραγελαφικό να παραδέχονται ότι ο κανόνας των βιβλίων της Αγίας Γραφής πήρε την τελική του μορφή από Συνόδους της Εκκλησίας τού Δ’ αιώνα, και συγχρόνως να θεωρούν την Εκκλησία αυτής της εποχής «αποστάτισσα». Πώς είναι δυνατό μια Εκκλησία πού βρίσκεται σε αποστασία να αποφαίνεται σωστά σχετικά με ένα τόσο κρίσιμο θέμα, όπως είναι η «χαρτογράφησή» του – όπως τον αποκαλούν – αλάνθαστου Χάρτη τού Χριστιανισμού, δηλαδή η τελική επιλογή των έγκυρων βιβλίων της Αγίας Γραφής; Και πώς μπορεί μια Εκκλησία «αποστάτισσα» να δίνει το νέφος των μαρτύρων και των απολογητών; Με ποιο κριτήριο η «χρυσή εποχή» της Εκκλησίας χαρακτηρίζεται περίοδος αποστασίας;
Ο αρχαιότερος πλήρης κατάλογος των 27 βιβλίων της Καινής Διαθήκης δεν υπήρχε μέχρι το 367 μ.Χ, τότε πού μας τον χάρισε ο Μέγας Αθανάσιος. Αυτό σημαίνει ότι ο πρώτος πλήρης κατάλογος των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, όπως τον έχομε σήμερα, δεν είχε εμφανισθεί, παρά 300 και περισσότερα χρόνια μετά την έναρξη συγγραφής των πρώτων Ευαγγελίων…
Ο πρώην προτεστάντης Frank Schaeffer, στο αποκαλυπτικό βιβλίο του ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ (πού μετέφρασε ο αρχιμ. Αυγουστίνος Μύρου, Κοζάνη), θεωρεί την ιστορία τού Κανόνα της Καινής Διαθήκης πολύ γοητευτικό θέμα, και πολύ κρίσιμο για την κατανόηση, τόσο της Γραφής όσο και της Εκκλησίας. Γιατί μέσα από αυτή την ιστορία φαίνεται καθαρά ότι η Μητέρα (η Εκκλησία) με την θυγατέρα (την Αγία Γραφή) έχουν διαφορά ηλικίας τουλάχιστον … 300 χρόνια! Ή – κατά ηπιοτέραν έκφρασιν – η μητέρα κυοφορούσε την θυγατέρα τουλάχιστον … 300 χρόνια! Αυτό είναι ένα αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός. Ακόμη και οι προτεστάντες μπορούν ίσως να το παρασιωπήσουν ή να το αγνοήσουν, δεν μπορούν όμως να το αμφισβητήσουν.


Αν λοιπόν -κατά τους προτεστάντες, η Αγία Γραφή είναι αυτάρκης και αυταπόδεικτος, αν προηγείται και είναι υπεράνω της Εκκλησίας, αν η Γραφή ζωογονεί, συγκροτεί και ερμηνεύει την Εκκλησία και όχι η Εκκλησία την Γραφή, τότε οδηγούμεθα στο – από ιατρικής τουλάχιστον πλευράς – τερατώδες: ένα μη σχηματισμένο έμβρυο να τρέφει και να συντηρεί την επί 300 και πλέον έτη την κυοφορούσα αυτό μητέρα του!!!

π. Βαρνάβας Λαμπρόπουλος

Από το Διαδίκτυο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου