Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Η ωφέλεια της αρρώστιας κατά τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη

– Γέροντα, πάντα ὠφελεῖ ἡ ἀρρώστια;
– Ναί, πάντα πολὺ ὠφελεῖ. Οἱ ἀρρώστιες βοηθοῦν τοὺς ἀνθρώπους νὰ «ἐξιλεωθοῦν», ὅταν δὲν ἔχουν ἀρετές. Μεγάλο πράγμα ἡ ὑγεία, ἀλλὰ καὶ τὸ καλὸ ποὺ προσφέρει ἡ ἀρρώστια, ἡ ὑγεία δὲν μπορεῖ νὰ τὸ δώση! Πνευματικὸ καλό! Εἶναι πολὺ μεγάλη εὐεργεσία, πολὺ μεγάλη! Καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ μερικὲς φορὲς τοῦ ἐξασφαλίζει καὶ μισθό. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι σὰν τὸ χρυσάφι καὶ ἡ ἀρρώστια εἶναι σὰν τὴν φωτιὰ ποὺ τὴν καθαρίζει. Βλέπεις, καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε στὸν Ἀπόστολο Παῦλο:
«Ἡ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Ὅσο περισσότερο ταλαιπωρηθῆ μὲ κάποια ἀρρώστια ὁ ἄνθρωπος, τόσο περισσότερο ἐξαγνίζεται καὶ ἁγιάζεται, ἀρκεῖ νὰ κάνη ὑπομονὴ καὶ νὰ τὴν δέχεται μὲ χαρά.
Μερικὲς ἀρρώστιες θέλουν μόνο λίγη ὑπομονή, καὶ τὶς ἐπιτρέπει ὁ Θεός, γιὰ νὰ πάρη ὁ ἄνθρωπος λίγο μισθὸ καὶ νὰ τοῦ ἀφαιρέση ὁ Θεὸς μερικὰ κουσούρια. Γιατὶ ἡ σωματικὴ ἀρρώστια βοηθάει στὴν θεραπεία τῆς πνευματικῆς ἀρρώστιας. Τὴν ἐξουδετερώνει μὲ τὴν ταπείνωση ποὺ φέρνει. Ὁ Θεὸς ὅλα τὰ ἀξιοποιεῖ γιὰ τὸ καλό! Ὅ,τι ἐπιτρέπει εἶναι γιὰ τὸ πνευματικό μας συμφέρον. Ξέρει τί χρειάζεται ὁ καθένας μας καὶ μᾶς δίνει κάποια ἀρρώστια, εἴτε γιὰ νὰ ἀνταμειφθοῦμε, εἴτε γιὰ νὰ ἐξοφλήσουμε ἁμαρτίες.
Ὁ οὐράνιος μισθὸς ἀπὸ τὴν ἀρρώστια
Τί κάνει ἡ μητέρα σου;
– Δὲν εἶναι καλά, Γέροντα. Ἀνεβάζει κατὰ διαστήματα ψηλὸ πυρετὸ καὶ τότε χάνεται. Τὸ δέρμα της γεμίζει πληγὲς καὶ τὶς νύχτες πονάει.
– Ξέρεις; Αὐτοὶ εἶναι μάρτυρες· ἂν δὲν εἶναι ὁλόκληροι μάρτυρες, εἶναι μισοί.
– Καὶ ὅλη ἡ ζωή της, Γέροντα, ἦταν μιὰ ταλαιπωρία.
– Ἑπομένως ὁ μισθός της θὰ εἶναι διπλός. Πόσα ἔχει νὰ λάβη! Τὸν Παράδεισο τὸν ἔχει ἐξασφαλισμένο. Ὅταν ὁ Χριστὸς βλέπη ὅτι κάποιος ἀντέχει μιὰ βαρειὰ ἀρρώστια, τοῦ τὴν δίνει, ὥστε μὲ τὴν λίγη ταλαιπωρία στὴν ἐπίγεια ζωὴ νὰ ἀνταμειφθῆ πολὺ στὴν οὐράνια, τὴν αἰώνια, ζωή. Ὑποφέρει ἐδῶ, ἀλλὰ θὰ ἀνταμειφθῆ ἐκεῖ, στὴν ἄλλη ζωή, γιατὶ ὑπάρχει Παράδεισος, ὑπάρχει καὶ ἀνταμοιβή.
Σήμερα μοῦ εἶπε μιὰ νεφροπαθὴς ποὺ χρόνια τώρα κάνει αἱμοκάθαρση: «Παππούλη, σταυρῶστε, σᾶς παρακαλῶ, τὸ χέρι μου. Οἱ φλέβες εἶναι ὅλο πληγὲς καὶ δὲν μπορῶ νὰ κάνω αἱμοκάθαρση». «Αὐτὲς οἱ πληγές, τῆς εἶπα, στὴν ἄλλη ζωὴ θὰ εἶναι διαμάντια μεγαλύτερης ἀξίας ἀπὸ τὰ διαμάντια αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Πόσα χρόνια κάνεις αἱμοκάθαρση;». «Δώδεκα», μοῦ λέει. «Δηλαδὴ δικαιοῦσαι ἕνα ʺἐφάπαξʺ καὶ μία σύνταξη μειωμένη», τῆς εἶπα. Μετὰ μοῦ δείχνει μιὰ πληγὴ στὸ ἄλλο χέρι καὶ μοῦ λέει: «Παππούλη, αὐτὴ ἡ πληγὴ δὲν κλείνει· φαίνεται τὸ κόκκαλο». «Ναί, ἀλλὰ ἀπὸ ἐκεῖ μέσα φαίνεται ὁ Οὐρανός, τῆς λέω. Ἄντε, καλὴ ὑπομονή. Εὔχομαι ὁ Χριστὸς νὰ σοῦ αὐξάνη τὴν ἀγάπη Του, γιὰ νὰ ξεχνιέται ὁ πόνος σου. Φυσικὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη εὐχή, νὰ ἐξαλειφθοῦν οἱ πόνοι, ἀλλὰ τότε ἐξαλείφεται καὶ ὁ πολὺς μισθός. Ἑπομένως, ἡ προηγούμενη εὐχὴ εἶναι καλύτερη». Παρηγορήθηκε ἡ καημένη.
Ὅταν τὸ σῶμα δοκιμάζεται, τότε ἡ ψυχή ἁγιάζεται. Μὲ τὴν ἀρρώστια πονάει τὸ σῶμα μας, τὸ χωματόκτιστο αὐτὸ σπίτι μας, ἀλλὰ ἔτσι θὰ ἀγάλλεται αἰώνια ὁ νοικοκύρης του, ἡ ψυχή μας, στὸ οὐράνιο παλατάκι ποὺ μᾶς ἑτοιμάζει ὁ Χριστός. Μὲ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ λογική, ποὺ εἶναι παράλογη γιὰ τοὺς κοσμικούς, χαίρομαι καὶ ἐγὼ καὶ καμαρώνω γιὰ τὶς σωματικὲς βλάβες ποὺ ἔχω. Τὸ μόνο ποὺ δὲν σκέφτομαι εἶναι ὅτι θὰ ἔχω οὐράνια ἀνταμοιβή. Καταλαβαίνω ὅτι ἐξοφλῶ τὴν ἀχαριστία μου στὸν Θεό, ἀφοῦ δὲν ἔχω ἀνταποκριθῆ στὶς μεγάλες Του δωρεὲς καὶ εὐεργεσίες. Γιατὶ στὴν ζωή μου ὅλα γλέντι εἶναι· καὶ ἡ καλογερικὴ καὶ οἱ ἀρρώστιες ποὺ περνῶ. Ὅλο φιλανθρωπίες μοῦ κάνει ὁ Θεὸς καὶ ὅλο οἰκονομίες. Εὐχηθῆτε ὅμως νὰ μὴ μὲ ξοφλάη μὲ αὐτὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν ζωή, γιατὶ τότε ἀλλοίμονό μου! Μεγάλη τιμὴ θὰ μοῦ ἔκανε ὁ Χριστὸς νὰ ὑπέφερα ἀκόμη περισσότερο γιὰ τὴν ἀγάπη Του, ἀρκεῖ νὰ μὲ ἐνίσχυε, ὥστε νὰ ἀντέχω, καὶ μισθὸ δὲν θέλω.
Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν εἶναι τελείως καλὰ στὴν ὑγεία του, δὲν εἶναι καλά. Καλύτερα νὰ ἔχη κάτι. Ἐγώ, ὅσο ὠφελήθηκα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, δὲν ὠφελήθηκα ἀπὸ ὅλη τὴν ἄσκηση ποὺ εἶχα κάνει μέχρι τότε. Γι᾿ αὐτὸ λέω, ἂν δὲν ἔχη κανεὶς ὑποχρεώσεις, νὰ προτιμᾶ ἀρρώστιες παρὰ ὑγεία. Ἀπὸ τὴν ὑγεία του εἶναι χρεώστης, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, ὅταν τὴν ἀντιμετωπίζη μὲ ὑπομονή, ἔχει νὰ λάβη. Ὅταν ἤμουν στὸ Κοινόβιο, εἶχε ἔρθει μιὰ φορὰ ἕνας ἅγιος Ἐπίσκοπος, πολὺ γέρος, ὀνόματι Ἱερόθεος, ποὺ ἀσκήτευε στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης. Τὴν ὥρα ποὺ ἔφευγε, ὅπως πῆγε νὰ ἀνεβῆ στὸ ζῶο, τραβήχτηκε τὸ παντελόνι του καὶ φάνηκαν τὰ πρησμένα του πόδια. Οἱ Πατέρες ποὺ πῆγαν νὰ τὸν βοηθήσουν, τὰ εἶδαν καὶ τρόμαξαν. Ἐκεῖνος τὸ κατάλαβε καὶ τοὺς εἶπε: «Αὐτὰ εἶναι τὰ καλύτερα δῶρα ποὺ μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός. Τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ μοῦ τὰ πάρη».
Ἡ ὑπομονὴ στοὺς πόνους
Ὅταν μᾶς βρίσκη μιὰ ἀρρώστια, καλὰ εἶναι νὰ ἀφηνώμαστε στὸν Χριστὸ ἐν λευκῷ. Νὰ σκεφτώμαστε ὅτι ἡ ψυχή μας ἔχει μεγαλύτερη ἀνάγκη ἀπὸ ὑπομονὴ καὶ δοξολογία στοὺς πόνους παρὰ ἀπὸ ἀτσαλένιο σῶμα μὲ τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ κάνουμε μεγάλους σωματικοὺς ἀγῶνες, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἴσως μᾶς κάνουν νὰ καυχηθοῦμε, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε, γιατὶ θὰ νομίσουμε ὅτι μὲ τὸ σπαθί μας θὰ κερδίσουμε τὸν Παράδεισο.
Ξέρετε πόσα χρόνια ἔχω ἄλλοτε ὑποφερτὸ πόνο καὶ ἄλλοτε ἀνυπόφορο; Ὁ ὑποφερτὸς εἶναι μιὰ μόνιμη κατάσταση. Πόσα τράβηξα πρῶτα ἀπὸ τὴν βρογχεκτασία καὶ ἔπειτα μὲ τὴν ἐγχείρηση ποὺ ἔκανα! Ἔπειτα ἄρχισαν ἱστορίες μὲ τὰ ἔντερα. Ὕστερα, μισὴ χρονιὰ τὴν πέρασα μὲ τὴν δισκοπάθεια· πονοῦσα πολύ. Δὲν μποροῦσα νὰ κάνω οὔτε τὶς μετάνοιες ποὺ ἔκανα, ἀλλὰ δυσκολευόμουν καὶ νὰ ἐξυπηρετηθῶ, ἐνῶ χρειαζόταν νὰ ὑπηρετήσω καὶ τὸν κόσμο ποὺ ἐρχόταν. Στὴν συνέχεια μοῦ παρουσιάστηκε κάτι σκληρὸ στὴν κοιλιά· μοῦ εἶπαν ὅτι ἦταν κήλη. Ὅταν κουραζόμουν, πονοῦσε καὶ πρηζόταν πολύ. Μιὰ μέρα, παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ἦταν πρησμένο καὶ πονοῦσα. Ἔπρεπε ὅμως νὰ πάω στὴν Σκήτη, στὴν ὁλονυκτία. Εἶπα: «θὰ πάω καὶ ὅ,τι θέλει ἂς γίνη», γιατὶ ἔπρεπε νὰ πάω. Στὴν διάρκεια τῆς ἀγρυπνίας σκέφθηκα νὰ καθήσω λίγο, ἀλλὰ εἶπα «ἂν κατεβάσω ἐγὼ τὸ στασίδι, γιὰ νὰ καθήσω, θὰ τὸ κατεβάσουν ὅλοι», ὁπότε προτίμησα νὰ μὴν καθήσω καθόλου. Μετὰ ἀπὸ δώδεκα ὧρες ποὺ κράτησε ἡ ἀγρυπνία ὑπέθεσα ὅτι θὰ χειροτερέψη πολύ. Ὅταν ἐπέστρεψα στὸ Κελλί μου, δὲν πρόλαβα καλὰ‐καλὰ νὰ μπῶ μέσα, χτύπησε τὸ καμπανάκι. «Ἔ, Πάτερ, ἄνοιξε!», ἀκούω κάποιον νὰ φωνάζη. Ἔβαλα τὰ γέλια. «Ἐντάξει, εἶπα, τώρα θὰ πᾶμε συνέχεια». Καὶ πράγματι σὲ λίγο ἦρθαν καὶ ἄλλοι καὶ ἄλλοι. Τὸ βράδυ ποὺ τελείωσα μὲ τὸν κόσμο, εἶδα ὅτι εἶχε ἐξαφανισθῆ τελείως! Τὴν ἄλλη ἡμέρα, ἐνῶ εἶχα ξεκουραστῆ, πάλι παρουσιάστηκε! Ἔπειτα μὲ ἐμπόδιζε καὶ μὲ πονοῦσε, ἀλλὰ καὶ τὸ καμάρωνα κιόλας. Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς τὸ ἤξερε, ἤξερε καὶ ὅτι μὲ βοηθάει, γι᾿ αὐτὸ τὸ ἄφηνε. Πέντε χρόνια κράτησε αὐτό. Ξέρεις τί δυσκολία;
– Καὶ τότε, Γέροντα, ποὺ εἴχατε πρόβλημα μὲ τὰ πόδια σας;

– Ἐκεῖνο ἦταν ἄλλο. Δὲν μποροῦσα νὰ σταθῶ ὄρθιος. Ὅταν ἐρχόταν κόσμος, ζοριζόμουν. Πέρασε ἐκεῖνο, μετὰ ἄρχισε ἡ αἱμορραγία. «Ἑλκώδη κολίτιδα», μοῦ εἶπαν. Ἄλλη ἱστορία... Πᾶνε ἑπτὰ χρόνια μὲ αἱμορραγίες, μὲ πόνους... Ἀλλὰ μὴ στενοχωριέσθε· μόνο νὰ εὔχεσθε γιὰ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς μου. Ἐγὼ χαίρομαι ποὺ μὲ τίμησε ὁ Θεὸς καὶ μοῦ ἔδωσε αὐτὸ τὸ δῶρο καὶ δὲν θέλω νὰ μοῦ τὸ στερήση. Δόξα τῷ Θεῷ· ὁ Θεὸς τὸ ἐπιτρέπει, γιὰ νὰ βοηθηθῶ κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ἔτσι δίνουμε ἐξετάσεις στὴν ὑπομονή. Τώρα αὐτό, ὕστερα τὸ ἄλλο... «Ὑπομονῆς χρείαν ἔχομεν». Γιατί, ἂν ἐμεῖς ποὺ ἔχουμε λίγο φόβο Θεοῦ, δὲν κάνουμε ὑπομονή, τί θὰ κάνουν οἱ κοσμικοί; Ἂν καὶ βλέπω ὅτι πολλοὶ λαϊκοὶ μᾶς ξεπερνοῦν στὴν ἀρετή. Μοῦ ἔλεγαν οἱ γονεῖς μου ὅτι οἱ Φαρασιῶτες, ὅταν ἀρρώσταιναν, δὲν ἔτρεχαν ἀμέσως στὸν Χατζεφεντῆ νὰ τοὺς θεραπεύση. Ὑπέμεναν πρῶτα τοὺς πόνους, ὅσο μποροῦσαν, ἀνάλογα μὲ τὸ φιλότιμο καὶ τὴν ὑπομονή τους, διότι θεωροῦσαν εὐλογία νὰ ὑποφέρουν. «Ἂς βασανίσω κι ἐγώ, ἔλεγαν, λίγο τὴν ψυχή μου γιὰ τὸν Χριστό, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς βασανίστηκε πολύ, γιὰ νὰ μὲ σώση». Καί, ὅταν πιὰ ἔβλεπαν ὅτι πήγαιναν πίσω οἱ δουλειές τους καὶ ταλαιπωροῦνταν ἡ οἰκογένειά τους, τότε πήγαιναν στὸν Χατζεφεντῆ νὰ τοὺς θεραπεύση. Βλέπεις τί φιλότιμο εἶχαν! Ὅταν ἐκεῖνοι, ποὺ ἦταν λαϊκοί, σκέφτονταν ἔτσι καὶ ἔκαναν ὑπομονή, ἐγὼ σὰν καλόγερος πῶς πρέπει νὰ σκέφτωμαι; Ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν». Βλέπετε, ὁ Θεὸς δὲν εὐχαριστήθηκε τόσο ἀπὸ τὶς ἐλεημοσύνες τοῦ Ἰώβ, ὅταν εἶχε ὅλα τὰ ἀγαθά, ὅσο ἀπὸ τὴν ὑπομονή του τὸν καιρὸ τῆς δοκιμασίας.
– Γέροντα, ὅταν λέτε ὅτι ἕνας ἄρρωστος κάνει ὑπομονὴ στοὺς πόνους, ἐννοεῖτε ὅτι δὲν δείχνει καθόλου ὅτι πονάει;
– Στὴν ἐσχάτη ἀνάγκη μπορεῖ νὰ ἀφήση νὰ γίνη στοὺς ἄλλους λίγο ἀντιληπτό. Μπορεῖ νὰ πῆ ὅτι πονάει, ἀλλὰ ὄχι σὲ τί βαθμό. Γιατί, ἂν δὲν τὸ κάνη καθόλου γνωστὸ στοὺς ἄλλους, οἱ ἄλλοι μπορεῖ νὰ σκανδαλίζωνται ἀπὸ κάποια συμπεριφορά του. Ἂν λ.χ. ἕνας μοναχὸς ὑποφέρη ἀπὸ κάτι καὶ δὲν μπορῆ νὰ πάη στὴν Ἀκολουθία, ἴσως νὰ βλαφτῆ κάποιος ποὺ δὲν ἔχει καλοὺς λογισμούς.
Ἀντιμετώπιση τοῦ πόνου
– Γέροντα, ποιόν πόνο λέτε ἀνυπόφορο;
– Τὸν πόνο ποὺ κάνει νὰ τρέχουν δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια! Αὐτὰ τὰ δάκρυα δὲν εἶναι οὔτε μετανοίας οὔτε ἀγαλλιάσεως· ποῦ ὑπάγονται; τί λέτε;
– Μαρτύριο δὲν εἶναι, Γέροντα;
– Ἔμ, μαρτύριο εἶναι!
– Γέροντα, ὅταν ἔχω δυνατὸ πόνο, δυσκολεύομαι νὰ πῶ «δόξα Σοι ὁ Θεός».
– Γιατί δυσκολεύεσαι; Νὰ σκέφτεσαι τί τράβηξε ὁ Χριστός. Ξύλο, ὀνειδισμούς, φραγγέλωμα, σταύρωση! Καὶ ὅλα τὰ ὑπέμεινε, «ἀναμάρτητος ὤν», γιὰ τὴν σωτηρία μας. Καὶ ἐσύ, ὅταν πονᾶς, νὰ λές: «Γιὰ τὴν ἀγάπη Σου, Χριστέ μου, θὰ ὑπομείνω».
– Γέροντα, τί χρειάζεται γιὰ νὰ ξεπεράσης τὸν πόνο;
– Παλληκαριά, βία χρειάζεται.
– Καὶ τὸν ἀνυπόφορο πόνο πῶς τὸν ἀντιμετωπίζει κανείς;
– Ἂν εἶναι κοσμικός, μὲ τὸ τραγούδι, ἂν εἶναι πνευματικὸς ἄνθρωπος, μὲ τὴν ψαλμωδία... Ὁ πατέρας μου μιὰ φορὰ εἶχε πυρετὸ καὶ πολὺ πονοκέφαλο. Τί κάνει λοιπόν; Παίρνει καὶ τρώει μιὰ ἁλμυρὴ σαρδέλα, πίνει καὶ ἕνα ποτήρι κρασὶ καὶ ἄρχισε νὰ τραγουδάη τὸ «Ξύπνα, καημένε μου ραγιᾶ» καὶ ἄλλα τραγούδια τῆς κλεφτουριᾶς καὶ ἔγινε καλά! Ἔτσι καὶ ἐμεῖς νὰ ψέλνουμε, γιὰ νὰ διασκεδάζεται ὁ πόνος! Κι ἐγὼ μιὰ μέρα κρύωσα καὶ εἶχα ἕναν πονοκέφαλο, ποὺ πήγαινε νὰ σπάση τὸ κεφάλι μου. Ἄρχισα λοιπὸν μιὰ πολὺ ὡραία ψαλμωδία καὶ μοῦ ἔφυγε ὁ πονοκέφαλος. Πράγματι ἡ ψαλμωδία μαζὶ μὲ τὴν εὐχὴ πολὺ βοηθάει σ᾿ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις· ἁπαλαίνει τὴν ψυχή, τὴν γλυκαίνει, γιατὶ οἱ συνεχεῖς θλίψεις καὶ οἱ πόνοι τὴν καταβάλλουν καὶ τῆς δημιουργοῦν ψύξη. Καὶ χθὲς βράδυ δὲν μποροῦσα νὰ κοιμηθῶ ἀπὸ τὸν πόνο. Εἶπα πώς, ἂν δὲν ξημερώσω καὶ πεθάνω, τότε θὰ ἔχω ...μεγάλη μέρα. Στὴν ἄλλη ζωὴ δὲν θὰ βραδιάζη ποτέ, οὔτε θὰ ξημερώνη... Ἔπειτα πῆρα ἕνα... χάπι· ἔψαλα «Τὰς ἀλγηδόνας τῶν Ἁγίων...». Αὐτὸ τὸ ...χάπι διαρκεῖ ὅλη τὴν νύχτα! Ἔχουν τέτοιο χάπι ἐδῶ οἱ γιατροί;
– Γέροντα, λένε ὅτι τὴν νύχτα οἱ πόνοι δυναμώνουν.
– Ναί, βαραίνει τὴν νύχτα ὁ ἄνθρωπος. Ὕστερα τὴν ἡμέρα οἱ ἄρρωστοι, ἐπειδὴ ἔχουν συντροφιά, συζητοῦν κ.λπ., ξεχνοῦν τὸν πόνο. Τὸ βράδυ ποὺ εἶναι μόνοι τους, πάει ὁ νοῦς τους στὸν πόνο καὶ νομίζουν ὅτι πονοῦν περισσότερο. Στὴν ἀρρώστια πόνοι θὰ ὑπάρχουν, ἀλλὰ σκοπὸς εἶναι νὰ γυρίζουμε τὸ κουμπὶ σὲ ἄλλη συχνότητα, γιὰ νὰ ξεχνιοῦνται. Γιατί, ἂν δὲν ἀντιμετωπίζης σωστὰ τὸν πόνο, θὰ πονᾶς δυὸ φορές. Ἂν σκέφτεσαι τὸν πόνο, θὰ διπλασιάζεται ὁ πόνος. Ἐνῶ μὲ ἕναν καλὸ λογισμό, ἂν λ.χ. θυμᾶσαι αὐτοὺς ποὺ πονοῦν πιὸ πολὺ ἀπὸ σένα ἢ ἂν ψάλης λίγο, ὁ πόνος ξεχνιέται.
– Γέροντα, ὁ πόνος συνήθως σὲ προειδοποιεῖ ὅτι κάτι συμβαίνει στὸν ὀργανισμό. Στὴν συνέχεια πόση προσοχὴ πρέπει νὰ τοῦ δίνης;
– Πρέπει νὰ δοκιμάζη κανεὶς τὴν ἀντοχή του καὶ ἀνάλογα νὰ προσέχη. Ἰδίως, ὅταν περάση ἡ ἡλικία, χρειάζεται προσοχή, γιατὶ ἕνα παλιὸ αὐτοκίνητο, ἂν συνεχίση νὰ τρέχη μὲ τὴν ἴδια ταχύτητα ποὺ ἔτρεχε, ὅταν ἦταν καινούργιο, θὰ φύγουν οἱ ρόδες ἀπὸ ᾿δῶ, τὸ καρμπιρατὲρ ἀπὸ ᾿κεῖ... Τὸ διάστημα ποὺ μοῦ πονοῦσε ἡ μέση, δὲν μποροῦσα νὰ κάνω κομποσχοίνι ὄρθιος. Ὅταν εἶδα ὅτι λιγάκι βελτιώθηκε, σηκώθηκα καὶ ἔκανα τὰ κομποσχοίνια ὄρθιος καὶ μεγάλες μετάνοιες, ὁπότε μὲ ξαναπόνεσε. Κάθησα λίγο. Μετὰ εἶπα: «Ἄντε νὰ ξαναδοκιμάσω». Πάλι τὰ ἴδια· πονοῦσα. Ὕστερα δὲν συνέχισα, ἀλλὰ εἶχα ἀναπαυμένο τὸν λογισμό μου.
– Ἕνας πόνος, Γέροντα, ποὺ ξέρω ὅτι δὲν ἔχει ἄλλη ἐπίπτωση στὸν ὀργανισμό, δὲν μὲ ἀνησυχεῖ. Ὅταν ὅμως δείχνη ὅτι ὑπάρχει μιὰ σοβαρὴ βλάβη, μὲ ἀνησυχεῖ.
– Κοίταξε, ὁ πόνος λ.χ. τῆς μέσης μπορεῖ νὰ μὴν ἔχη καμμιὰ ἐπίπτωση στὸν ὀργανισμό, ἀλλὰ καθηλώνει τὸ σῶμα, ἐνῶ τοὺς ἄλλους πόνους τοὺς ὑποφέρει τὸ σῶμα.
– Γέροντα, ὅταν ὑποφέρη τὸ σῶμα, ὑποφέρει συγχρόνως καὶ ἡ ψυχή;
– Ὅταν ὁ ὁδηγὸς εἶναι ἄρρωστος, δὲν μπορεῖ νὰ τρέξη τὸ αὐτοκίνητο. Ἡ ψυχὴ ὑποφέρει, ὅταν πονάη τὸ σῶμα. Κατάλαβες; Τῆς λείπει ἡ διάθεση ποὺ ἔχει, ὅταν τὸ σῶμα εἶναι καλά. Ἀδιαθετεῖ καὶ ἡ ψυχὴ κατὰ κάποιον τρόπο.
– Γέροντα, ὁ πόνος ἀγριεύει τὸν ἄνθρωπο;

– Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀντιμετωπίση πνευματικὰ τὸν πόνο, μπορεῖ νὰ ἀγριέψη. Ὅταν ὅμως τὸν ἀντιμετωπίση πνευματικά, ἠρεμεῖ καὶ παρηγοριέται θεϊκά. Εἶναι πανηγύρι μετὰ ἡ ἀρρώστια. Χαίρεται, γιατὶ θὰ πάη μὲ τοὺς Ὁμολογητὲς καὶ τοὺς Μάρτυρες. Οἱ ἅγιοι Μάρτυρες ξεχνοῦσαν τὸν πόνο, γιατὶ ἡ ἀγάπη τους πρὸς τὸν Χριστὸ ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὸν ἐξουδετέρωνε.

πηγή: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Δ’ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ, ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ», ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, 2002, σελ. 112-116

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου