Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Τα μάγια κατά τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη

Επειδὴ πολλὲς φορὲς σᾶς μίλησα γιὰ τὸν Παράδεισο, γιὰ τοὺς Ἀγγέλους καὶ γιὰ τοὺς Ἁγίους, γιὰ νὰ βοηθηθῆτε, τώρα θὰ σᾶς πῶ καὶ λίγα γιὰ τὴν κόλαση καὶ γιὰ τοὺς δαίμονες, ὥστε νὰ γνωρίσετε μὲ ποιούς παλεύουμε, πάλι γιὰ νὰ βοηθηθῆτε.
Ἦρθε στὸ Καλύβι ἕνας νεαρὸς μάγος ἀπὸ τὸ Θιβὲτ καὶ μοῦ διηγήθηκε πολλὰ ἀπὸ τὴν ζωή του. Αὐτὸ τὸ παιδί, μόλις ἀπογαλακτίστηκε, τὸ ἀφιέρωσε ὁ πατέρας του, σὲ ἡλικία τριῶν χρόνων, σὲ μιὰ ὁμάδα τριάντα μάγων ἀνωτέρου βαθμοῦ στὸ Θιβέτ, γιὰ νὰ τὸ μυήσουν στὴν τέχνη τους. Ἔφθασε στὸν ἑνδέκατο βαθμὸ μαγείας· ὁ δωδέκατος εἶναι ὁ ἀνώτερος. Δεκαέξι χρόνων ἔφυγε ἀπὸ τὸ Θιβὲτ καὶ πῆγε στὴν Σουηδία, γιὰ νὰ δῆ τὸν πατέρα του. Ἐκεῖ συνάντησε τυχαίως ἕναν ὀρθόδοξο ἱερέα, πολὺ πιστό, καὶ τοῦ ζήτησε...
νὰ συζητήσουν. Ὁ νεαρὸς μάγος δὲν ἤξερε καθόλου τί θὰ πῆ ἱερεὺς ὀρθόδοξος. Στὴν αἴθουσα λοιπὸν ποὺ κάθησαν νὰ συζητήσουν, ἄρχισε νὰ τοῦ κάνη μερικὲς ἀπὸ τὶς μαγεῖες του, γιὰ νὰ δείξη τὴν δύναμή του. Κάλεσε ἕνα ἀρχικὸ1 δαιμόνιο, τὸν Μήνα, καὶ τοῦ εἶπε: «Θέλω νερό». Σηκώνεται ἕνα ποτήρι ἀπὸ τὴν κουζίνα, πηγαίνει μόνο του στὴν βρύση, ἀνοίγει ἡ βρύση, γεμίζει, περνάει ἀπὸ τὴν κλειστὴ τζαμαρία καὶ ἔρχεται στὴν αἴθουσα. Τὸ πῆρε ἐκεῖνος καὶ ἤπιε. Μετὰ παρουσίασε στὸν ἱερέα, μέσα στὴν αἴθουσα, ὅλο τὸ σύμπαν, τὸν οὐρανό, τὰ ἀστέρια. Χρησιμοποίησε μαγεῖες τετάρτου βαθμοῦ καὶ θὰ προχωροῦσε μέχρι τὸν ἑνδέκατο βαθμό. Ρώτησε τότε τὸν ἱερέα πῶς τὰ ἔβλεπε ὅλα αὐτά. «Ἤμουν ἕτοιμος, μοῦ εἶπε, νὰ τὸν σκοτώσω, ἂν μοῦ ἔβριζε τὸν σατανᾶ». Ὁ ἱερεὺς ὅμως δὲν τοῦ εἶπε τίποτε. Τότε τοῦ λέει ὁ νεαρός: «Γιατί δὲν μοῦ κάνεις κι ἐσὺ σημεῖα;». «Ὁ δικός μου Θεὸς εἶναι ταπεινός», ἀπάντησε ὁ ἱερεὺς καὶ ἔβγαλε ἕναν σταυρὸ καὶ τοῦ τὸν ἔδωσε νὰ τὸν κρατήση. «Κάνε πάλι σημεῖα», τοῦ λέει. Ὁ νεαρὸς κάλεσε τὸν Μήνα, τὸ ἀρχικὸ δαιμόνιο, ἀλλὰ ὁ Μήνας ἔτρεμε, δὲν τολμοῦσε νὰ πλησιάση. Καλεῖ τὸν Σατὰν καὶ ἐκεῖνος τὸ ἴδιο· ἔβλεπε τὸν σταυρὸ καὶ δὲν πλησίαζε. Τοῦ εἶπε μόνο νὰ σηκωθῆ νὰ φύγη γιὰ τὸ Θιβέτ. Ὁ νεαρὸς τότε ἔβρισε τὸν Σατάν: «Τώρα κατάλαβα, τοῦ εἶπε, ὅτι ἡ μεγάλη σου δύναμη εἶναι μιὰ μεγάλη ἀδυναμία». Στὴν συνέχεια κατηχήθηκε κάπως ἀπὸ τὸν καλὸ ἱερέα, ὁ ὁποῖος τοῦ μίλησε καὶ γιὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους, γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος κ.λπ. Ἔφυγε λοιπὸν ἀπὸ τὴν Σουηδία καὶ πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου εἶδε τὸ Ἅγιο Φῶς. Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὴν Ἀμερική, γιὰ νὰ βρίση τοὺς σατανιστὲς ποὺ γνώριζε, γιὰ νὰ ἀλλάξουν μυαλὸ – ὁ Θεὸς τὸν ἔκανε τὸν καλύτερο ἱεροκήρυκα –, καὶ ἀπὸ ᾿κεῖ ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Ὁ Καλὸς Θεὸς σκανδαλωδῶς τὸν βοήθησε, ἐπειδὴ ἀπὸ μικρὸς εἶχε ἀδικηθῆ. Κάνετε ὅμως προσευχή, γιατὶ τὸν πολεμοῦν οἱ μάγοι μὲ ὅλους τοὺς δαίμονες. Ἀφοῦ ἐμένα πολεμοῦν, ὅταν ἔρχεται νὰ τὸν βοηθήσω, πόσο μᾶλλον ἐκεῖνον. Τοῦ διαβάζουν οἱ ἱερεῖς ἐξορκισμοὺς καὶ ἀνοίγουν τὰ χέρια του καὶ τρέχουν αἷμα. Τὸ καημένο τὸ παιδὶ πολὺ τὸ ταλαιπωροῦν οἱ δαίμονες, ἐνῶ πρῶτα, ποὺ εἶχε φιλία μαζί τους, δὲν τὸ πείραζαν, ἀλλὰ τὸ βοηθοῦσαν καὶ τὸ ἐξυπηρετοῦσαν. Εὔχεσθε. Πρέπει ὅμως καὶ τὸ ἴδιο πολὺ νὰ προσέξη, γιατὶ λέει τὸ Εὐαγγέλιο ὅτι τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα, ὅταν βγῆ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, «πορεύεται καὶ παραλαμβάνει μεθ᾿ ἑαυτοῦ ἑπτὰ ἕτερα πνεύματα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ, καὶ γίνεται τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων».
Οἱ μάγοι χρησιμοποιοῦν καὶ διάφορα «ἁγιωτικὰ»
– Γέροντα, τί εἶναι οἱ γητευτές;
– Μάγοι εἶναι. Χρησιμοποιοῦν τοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαβίδ, ὀνόματα Ἁγίων κ.λπ. καὶ ἀνακατεύουν καὶ ἐπικλήσεις δαιμόνων. Ἐνῶ δηλαδὴ ἐμεῖς διαβάζοντας τὸ Ψαλτήρι ἐπικαλούμαστε τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ δεχόμαστε τὴν θεία Χάρη, ἐκεῖνοι, μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦν, βρίζουν τὸν Θεό, ἀρνοῦνται τὴν θεία Χάρη, καὶ ἔτσι τοὺς κάνουν μετὰ τὰ δαιμόνια τὸ χατίρι. Μοῦ ἔλεγαν γιὰ ἕνα παιδὶ ὅτι εἶχε πάει σὲ ἕναν μάγο, γιὰ νὰ πετύχη κάτι. Ἐκεῖνος τοῦ διάβασε κάτι ἀπὸ τὸ Ψαλτήρι καὶ τὸ παιδὶ πέτυχε αὐτὸ ποὺ ἤθελε. Ἔπειτα ὅμως ἀπὸ λίγο καιρὸ ἄρχισε νὰ σβήνη, νὰ λειώνη τὸ φουκαριάρικο. Τί εἶχε κάνει ὁ μάγος; Εἶχε πάρει κάτι ξηροὺς καρποὺς στὰ χέρια του καὶ ἄρχισε νὰ τοῦ διαβάζη τὸν 50ο Ψαλμό. Ὅταν ἔφθασε στὸν στίχο «θυσία τῷ Θεῷ»3, πετοῦσε τοὺς ξηροὺς καρπούς, κάνοντας θυσία στοὺς δαίμονες, γιὰ νὰ τοῦ κάνουν τὸ χατίρι. Ἔτσι ἔβριζε τὸν Θεὸ μὲ τὸ Ψαλτήρι.
– Γέροντα, μερικοὶ ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ μαγικὰ χρησιμοποιοῦν τὸν σταυρό, εἰκόνες...
– Ναί, τὸ ξέρω, ἀπὸ ᾿δῶ νὰ καταλάβης τί ἀπάτη κρύβεται πίσω ἀπὸ ὅσα κάνουν! Ἔτσι ξεγελιοῦνται οἱ καημένοι οἱ ἄνθρωποι. Βλέπουν ὅτι χρησιμοποιοῦν κεριά, εἰκόνες κ.λπ. καὶ τοὺς ἐμπιστεύονται. Νά, μοῦ εἶπε κάποιος ὅτι, στὴν πόλη ποὺ μένει, μιὰ Τουρκάλα ἔχει βάλει μιὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας πάνω σὲ μιὰ πέτρα καὶ λέει: «Ἡ πέτρα ποὺ βοηθάει τὸν κόσμο»! Δὲν λέει «ἡ Παναγία», ἀλλὰ «ἡ πέτρα». Οἱ Χριστιανοὶ μπερδεύονται, γιατὶ βλέπουν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, καὶ μερικοὶ ποὺ ἔχουν κάποιο πρόβλημα ὑγείας τρέχουν ἐκεῖ, μὲ τὸν λογισμὸ ὅτι θὰ βοηθηθοῦν, καὶ μετὰ ὁ διάβολος τοὺς ἁλωνίζει. Γιατί, ὅταν ἡ Τουρκάλα λέη ὅτι ἡ πέτρα βοηθάει τὸν κόσμο καὶ ὄχι ἡ Παναγία, ἀπὸ ᾿κεῖ καὶ πέρα μπαίνει στὴν μέση ὁ διάβολος, ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι περιφρόνηση στὴν Παναγία. Ἀπομακρύνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἀρχίζει ὁ δαιμονισμός. Καὶ τρέχουν οἱ Χριστιανοὶ νὰ τοὺς κάνη καλὰ ἡ πέτρα – ἡ πέτρα καὶ τὸ ταγκαλάκι! –, καὶ τελικὰ σακατεύονται, γιατὶ ἀπὸ τὸν διάβολο τί βοήθεια νὰ ἔχης; Ἂν εἶχαν λίγο μυαλό, θὰ σκέφτονταν· «Τουρκάλα, Μουσουλμάνα, τί δουλειὰ ἔχει μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας;». Ἀκόμη καὶ νὰ ἔλεγε ὅτι ἡ Παναγία βοηθάει, ἀφοῦ εἶναι Μουσουλμάνα, τί σχέση ἔχει μὲ τὴν Παναγία; Πόσο μᾶλλον τώρα ποὺ λέει ὅτι ἡ πέτρα τοὺς βοηθάει! Εἶπα σὲ κάποιον νὰ ἐνημερώσουν τὴν Μητρόπολη καὶ νὰ λάβουν μέτρα, γιὰ νὰ φυλαχθῆ ὁ κόσμος.
– Γέροντα, ὁ κόσμος μᾶς ζητάει φυλαχτά.
– Καλύτερα νὰ δίνετε σταυρουδάκια, ὅταν σᾶς ζητοῦν φυλαχτό. Μὴν κάνετε φυλαχτά, γιατὶ καὶ οἱ μάγοι τώρα κάνουν φυλαχτά. Βάζουν ἀπ᾿ ἔξω καμμιὰ εἰκονίτσα ἢ σταυρό, ἀλλὰ μέσα ἔχουν διάφορα μαγικά. Βλέπουν οἱ ἄνθρωποι τὴν εἰκόνα ἢ τὸν σταυρὸ καὶ μπερδεύονται. Νά, πρὶν ἀπὸ μέρες μοῦ ἔφεραν ἕνα φυλαχτὸ ἀπὸ ἕναν Τοῦρκο Ἰμπραήμ, ποὺ εἶχε καὶ σταυρὸ κεντημένο ἐπάνω. Ἔχω μάθει καὶ γιὰ ἕναν ἀθεόφοβο ὅτι τυλίγει διάφορες εἰκονίτσες καὶ μέσα βάζει τρίχες, ξυλάκια, καρφίτσες, χάνδρες κ.λπ. Ὅταν ἡ Ἐκκλησία τὸν ἤλεγξε, εἶπε: «εἶμαι μέντιουμ», γιατὶ εἶναι ἐλεύθερα τὰ μέντιουμ, καὶ ἔτσι κάνει ὅ,τι θέλει. Εἶπα σὲ κάποιον ποὺ εἶχε πάθει ζημιὰ ἀπὸ αὐτόν: «Νὰ πᾶς νὰ ἐξομολογηθῆς, γιατὶ δέχεσαι ἐπιδράσεις δαιμονικές». Πῆγε, ἐξομολογήθηκε. Ἔρχεται μετὰ καὶ μοῦ λέει: «Δὲν ἔνιωσα καμμιὰ διαφορά». «Βρέ, μήπως ἔχεις τίποτε ἐπάνω σου ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν πλανεμένο;», τὸν ρωτάω. «Ναί, λέει, ἔχω ἕνα μικρὸ κουτάκι σὰν μικρὸ Εὐαγγέλιο». Τὸ παίρνω, τὸ ἀνοίγω καὶ βρίσκω μέσα διάφορες εἰκονίτσες τυλιγμένες. Ξετυλίγω‐ξετυλίγω καὶ πιὸ μέσα εἶχε κάτι χάντρες, κάτι τρίχες, κάτι σὰν ξύλα! Τὸ πῆρα καὶ ἐλευθερώθηκε ὁ ἄνθρωπος. Βλέπεις τί τεχνίτης εἶναι ὁ διάβολος!
Φοροῦν οἱ καημένοι ἄνθρωποι κάτι τέτοια φυλαχτά, δῆθεν γιὰ νὰ βοηθηθοῦν, καὶ ταλαιπωροῦνται. Αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ κάψουν καὶ νὰ παραχώσουν τὴν στάχτη ἢ νὰ τὰ πετάξουν στὴν θάλασσα καὶ νὰ πᾶνε νὰ ἐξομολογηθοῦν. Ἔτσι μόνον ἐλευθερώνονται. Εἶχε ἔρθει στὸ Καλύβι ἕνας νεαρὸς ποὺ εἶχε πολλὰ προβλήματα καὶ βασανιζόταν σωματικὰ καὶ ψυχικὰ πάνω ἀπὸ τέσσερα χρόνια. Ζοῦσε ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ τὸν τελευταῖο καιρὸ εἶχε κλεισθῆ στὸ σπίτι του· δὲν ἤθελε νὰ βλέπη ἄνθρωπο. Δυὸ φίλοι του, ποὺ ἔρχονταν τακτικὰ στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸν ἔπεισαν μετὰ ἀπὸ πολλὲς δυσκολίες νὰ τὸν πάρουν μαζί τους στὸ Ὄρος, μὲ σκοπὸ νὰ τὸν φέρουν στὸ Καλύβι. Στὴν διαδρομὴ ἀπὸ τὴν Οὐρανούπολη μέχρι τὴν Δάφνη, κάθε φορὰ ποὺ τὸ καράβι ἔπιανε σὲ σκάλα μοναστηριοῦ, ὁ νεαρὸς σωριαζόταν κάτω. Οἱ φίλοι του μὲ τοὺς πατέρες ποὺ ἦταν στὸ καράβι προσπαθοῦσαν νὰ τὸν συνεφέρουν λέγοντας τὴν εὐχή. Μὲ πολλὴ δυσκολία ἔφθασαν στὸ Καλύβι. Ὁ καημένος μοῦ ἄνοιξε τὴν καρδιά του, μοῦ μίλησε γιὰ τὴν ζωή του. Εἶδα ὅτι βασανιζόταν ἀπὸ κάποια δαιμονικὴ ἐπήρεια. Τοῦ εἶπα νὰ πάη νὰ ἐξομολογηθῆ ἐκεῖ σὲ ἕναν πνευματικό, νὰ κάνη ὅ,τι τοῦ πῆ, καὶ θὰ γίνη καλά. Πράγματι πῆγε καὶ ἐξομολογήθηκε. Ὅταν μπῆκαν στὸ καράβι, γιὰ νὰ ἐπιστρέψουν, εἶπε στοὺς φίλους του ὅτι ὁ πνευματικὸς τοῦ εἶπε νὰ πετάξη στὴν θάλασσα τὸ φυλαχτὸ ποὺ τοῦ εἶχε δώσει κάποιος γνωστός του καὶ τὸ φοροῦσε ἐπάνω του, ἀλλὰ τοῦ ἦταν ἀδύνατο νὰ τὸ κάνη. Ὅσο κι ἂν οἱ φίλοι του τὸν παρακαλοῦσαν νὰ σηκωθῆ νὰ τὸ πετάξη, ἐκεῖνος ἔμενε σὰν ἄγαλμα. Δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθῆ ἀπὸ τὸ κάθισμα. Τότε τὸν ἔπιασαν καὶ μὲ πολὺ κόπο τὸν ἔβγαλαν ἔξω στὸ κατάστρωμα. Μὲ τὴν βοήθειά τους ὁ νεαρὸς κατάφερε νὰ βγάλη τὸ φυλαχτὸ καὶ νὰ τὸ ἀφήση νὰ πέση στὴν θάλασσα, γιατὶ δὲν εἶχε τὴν δύναμη νὰ τὸ πετάξη. Ἀμέσως αἰσθάνθηκε νὰ ἐλευθερώνωνται τὰ χέρια του καὶ τὸ ταλαιπωρημένο σῶμα του ἀπέκτησε δύναμη. Ἄρχισε ἀπὸ τὴν χαρά του νὰ χοροπηδᾶ στὸν διάδρομο γεμάτος ζωντάνια καὶ νὰ δοκιμάζη τὴν δύναμη τῶν χεριῶν του στὰ σίδερα καὶ στὰ τοιχώματα τοῦ πλοίου.
Ὅσοι ἀσχολοῦνται μὲ μάγια λένε καὶ πολλὰ ψέματα
– Γέροντα, οἱ μάγοι ἔχουν κάποια πληροφορία;
– Ἔχουν πληροφορία ἀπὸ τὸν διάβολο, ἀλλὰ λένε καὶ πολλὰ ψέματα. Κι ἐσεῖς νὰ προσέχετε ἐκεῖ στὸ ἀρχονταρίκι. Πρέπει νὰ ἐλέγχετε τὴν κατάσταση. Νὰ βλέπετε τί ἄνθρωποι εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔρχονται, γιατὶ μπορεῖ νὰ ἔρθη καὶ κανένας ποὺ ἀσχολεῖται μὲ μαγικά. Σᾶς φαίνεται παράξενο; Σὲ μιὰ ἀγρυπνία ἐδῶ ἦρθαν δυὸ ἄτομα ποὺ ἀσχολοῦνταν μὲ μαγικά. Πλησίαζαν τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἔλεγαν διάφορα. Ἔλεγαν καὶ ψέματα ὅτι ἔχουν σχέση καὶ μὲ τὸν Καντιώτη. Σὲ μιὰ γυναίκα εἶπαν: «Σοῦ ἔχουν κάνει μάγια. Θὰ ᾿ρθοῦμε στὸ σπίτι σου, νὰ τὰ λύσουμε μὲ ἕναν σταυρὸ ποὺ ἔχουμε».Ἔρχονται στὴν ἀγρυπνία, μιλοῦν καὶ λίγο πνευματικά, ὁπότε σοῦ λένε οἱ ἄλλοι: «ἀφοῦ ἔρχονται στὴν ἀγρυπνία, εἶναι πιστοὶ ἄνθρωποι», καὶ ἀνοίγουν τὴν καρδιά τους.
Πῶς μπερδεύουν τὸν κόσμο μὲ τὰ ψέματα ποὺ λένε! Γιὰ νὰ ξεγελάση κάποιος μιὰ κοπέλα, τῆς εἶπε: «Ὁ πατὴρ Παΐσιος εἶδε ὅραμα ὅτι θὰ σὲ παντρευτῶ· πάρε νὰ φορέσης αὐτό, χωρὶς νὰ ἐξετάσης τί εἶναι», καὶ τῆς ἔδωσε κάτι ποὺ ἦταν μαγικό. Ἀλλὰ ἐκείνη εὐτυχῶς δὲν τὸ φόρεσε. «Καλά, ὁ πατὴρ Παΐσιος μὲ τέτοια ἀσχολεῖται!», εἶπε καὶ πιάνει καὶ μοῦ γράφει ἕνα γράμμα, τέσσερις σελίδες μὲ πυκνὰ γράμματα, γεμάτο βρισιές. Τέτοιο βρισίδι! «Δὲν πειράζει, λέω, βρίσε με. Χαλάλι νὰ γίνη τὸ βρισίδι, ἀφοῦ δὲν ξεγελάστηκες νὰ φορέσης αὐτὸ τὸ σατανικό!».
– Σᾶς ἤξερε, Γέροντα;
– Ὄχι, δὲν μὲ ἤξερε. Κι ἐγὼ δὲν τοὺς ἤξερα, οὔτε αὐτὴν οὔτε ἐκεῖνον.
Οἱ δαιμονικές, μαγικὲς ἐνέργειες
– Γέροντα, τί εἴπατε στοὺς μαθητὲς ποὺ ἦρθαν σήμερα καὶ σᾶς εἶπαν ὅτι κάλεσαν τὸ πνεῦμα;
– Τί νὰ τοὺς πῶ; Τοὺς ἔδωσα πρῶτα ἕνα καλὸ ξεσκόνισμα! Εἶναι ἄρνηση πίστεως αὐτὸ ποὺ ἔκαναν. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ καλοῦν τὸν διάβολο καὶ τὸν δέχονται, ἀρνοῦνται τὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ τοὺς εἶπα κατ᾿ ἀρχὰς νὰ μετανοήσουν, νὰ ἐξομολογηθοῦν εἰλικρινά, καὶ στὸ ἑξῆς νὰ προσέχουν· νὰ ἐκκλησιάζωνται, νὰ κοινωνοῦν μὲ εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ τους, γιὰ νὰ ἐξαγνισθοῦν. Ἔχουν ἐλαφρυντικά, ἐπειδὴ εἶναι παιδιὰ καὶ τὸ ἔκαναν σὰν παιχνίδι. Ἂν ἦταν μεγάλοι, θὰ πάθαιναν μεγάλο κακό· ὁ διάβολος θὰ ἀποκτοῦσε μεγάλη ἐξουσία ἐπάνω τους· ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τώρα τὰ τραντάζει.
– Δηλαδή, Γέροντα, τί ἔκαναν ἀκριβῶς;
– Αὐτὸ ποὺ κάνουν πολλοί... Βάζουν σὲ ἕνα τραπέζι ἕνα ποτήρι μὲ νερὸ καὶ γύρω‐γύρω τοποθετοῦν τὰ γράμματα τοῦ ἀλφαβήτου Α, Β, Γ, κ.λπ. Βάζουν μετὰ τὸ δάχτυλό τους μέσα στὸ νερὸ καὶ καλοῦν τὸ πνεῦμα, δηλαδὴ τὸν διάβολο. Τὸ ποτήρι γυρίζει, σταματᾶ μπροστὰ σὲ γράμματα καὶ σχηματίζει λέξεις. Αὐτὰ κάλεσαν τὸ πνεῦμα καί, ὅταν ἦρθε, τὸ ρώτησαν: «Ὑπάρχει Θεός;». «Δὲν ὑπάρχει!», τοὺς λέει. «Ποιός εἶσαι ἐσύ;», τὸ ρωτοῦν. «Ὁ σατανᾶς!», τοὺς λέει. «Ὑπάρχει σατανᾶς;». «Ὑπάρχει!». Δηλαδὴ βλακεῖες χονδρές! Δὲν ὑπάρχει Θεὸς καὶ ὑπάρχει σατανᾶς! Ὅταν τὸ ξαναρώτησαν, ἂν ὑπάρχη Θεός, τοὺς εἶπε: «Ναί, ὑπάρχει». Μιὰ «ναί», μιὰ «ὄχι», ὁπότε προβληματίσθηκαν τὰ παιδιά. Ἔτσι οἰκονόμησε ὁ Θεός, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν. Μιὰ κοπέλα ἀπὸ τὴν συντροφιά τους τὴν χτύπησε τὸ ποτήρι. Ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ τὴν χτυπήση, γιὰ νὰ συνέλθουν καὶ τὰ ἄλλα παιδιά.
Σήμερα πολλοί, ὅταν θέλουν νὰ κάνουν κακὸ σὲ κάποιο πρόσωπο, καταφεύγουν σὲ μάγους ποὺ χρησιμοποιοῦν τὴν κέρινη κούκλα τοῦ βουντού. Οἱ μάγοι τὸ ἔχουν κάνει αὐτὸ παιχνίδι, χόμπι.
– Γέροντα, τὶ κάνουν;
– Φτιάχνουν μιὰ κούκλα ἀπὸ κερὶ καί, ὅταν κάποιος τοὺς ζητάη νὰ βλαφθῆ ὁ ἐχθρός του π.χ. στὰ μάτια, καρφώνουν μία βελόνα στὰ μάτια τῆς κούκλας καὶ ἀναφέρουν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ποὺ θέλουν νὰ βλάψουν, κάνοντας διάφορα μαγικά. Καὶ πράγματι τὸ ἄτομο ἐκεῖνο, ἂν ζῆ ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ δὲν ἐξομολογῆται, προσβάλλεται ἀπὸ δαιμονικὴ ἐνέργεια στὰ μάτια. Πᾶνε νὰ βγοῦν τὰ μάτια του ἀπὸ τὸν πόνο! Κάνει ἐξετάσεις, ἀλλὰ οἱ γιατροὶ δὲν βρίσκουν τίποτε.
Νά, καὶ τὰ μέντιουμ τί κακὸ κάνουν! Δὲν φθάνει ποὺ παίρνουν τὰ χρήματα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ διαλύουν καὶ οἰκογένειες. Πάει λ.χ. κάποιος στὸ μέντιουμ καὶ λέει κάποιο πρόβλημα ποὺ ἔχει. «Κοίταξε, τοῦ λέει ἐκεῖνο, μιὰ συγγενής σου ποὺ εἶναι λίγο μελαχρινή, λίγο ψηλὴ κ.λπ. σοῦ ἔχει κάνει μάγια». Ψάχνει αὐτὸς νὰ βρῆ ποιά ἀπὸ τὸ σόι του ἔχει αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικά.
Κάποια θὰ βρῆ ποὺ νὰ μοιάζη ἔστω καὶ λίγο. «Ἄ, αὐτὴ εἶναι, λέει, ποὺ μοῦ ἔκανε μάγια» καὶ τὸν πιάνει ἕνα μίσος ἐναντίον της. Κι ἐκείνη ἡ φουκαριάρα νὰ μὴν ξέρη τίποτε – μπορεῖ νὰ τὸν ἔχη εὐεργετήσει κιόλας –, καὶ αὐτὸς νὰ ἔχη μιὰ ἀγανάκτηση ἐναντίον της, νὰ μὴ θέλη οὔτε νὰ τὴν δῆ! Ξαναπάει στὸ μέντιουμ κι ἐκεῖνο τοῦ λέει: «Τώρα πρέπει νὰ λύσουμε τὰ μάγια. Καὶ γιὰ νὰ τὰ λύσουμε, δῶσε μερικὰ χρήματα». «Ἔ, ἀφοῦ τὰ βρῆκε, λέει αὐτός, πρέπει νὰ τὸν ἀνταμείψω»! Δῶσ᾿ του χρήματα...
Βλέπεις ὁ διάβολος τί κάνει; Βάζει σκάνδαλα. Ἐνῶ ἕνας καλὸς ἄνθρωπος, ἀκόμη κι ἂν ξέρη κάτι συγκεκριμένο γιὰ κάποιον, ποτὲ δὲν θὰ πῆ: «ὁ τάδε σὲ ἔχει βλάψει», ἀλλὰ θὰ προσπαθήση νὰ τὸν βοηθήση. «Κοίταξε, θὰ τοῦ πῆ, μὴ βάζης λογισμούς. Νὰ ἐξομολογηθῆς καὶ μὴ φοβᾶσαι». Καὶ ἔτσι βοηθάει καὶ τὸν ἕναν καὶ τὸν ἄλλον. Γιατὶ καὶ αὐτὸς ποὺ ἔβλαψε τὸν ἄλλον, ὅταν τὸν βλέπη νὰ τοῦ φέρεται μὲ καλωσύνη, προβληματίζεται μὲ τὴν καλὴ ἔννοια, καὶ μετανοεῖ.
Ὁ διάβολος ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ κάνη καλὸ
– Γέροντα, μπορεῖ ἕνας μάγος νὰ θεραπεύση κάποιον ἄρρωστο;
– Μάγος καὶ νὰ θεραπεύση ἄρρωστο ἄνθρωπο! Ἕναν ποὺ τραντάζεται ἀπὸ τὸ δαιμόνιο, αὐτὸν μπορεῖ νὰ τὸν κάνη καλὰ στέλνοντας τὸ δαιμόνιο σὲ ἄλλον. Γιατὶ ὁ μάγος μὲ τὸν διάβολο εἶναι συνέταιροι, ὁπότε λέει στὸν διάβολο: «Βγὲς ἀπὸ αὐτὸν καὶ πήγαινε στὸν τάδε». Βγάζει λοιπὸν τὸ δαιμόνιο ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ συνήθως τὸ στέλνει σὲ κάποιον συγγενῆ του ἢ γνωστό του ποὺ ἔχει δώσει δικαιώματα στὸν διάβολο. Λέει μετὰ αὐτὸς ποὺ εἶχε τὸ δαιμόνιο: «ἐγὼ ὑπέφερα, ἀλλὰ ὁ τάδε μ᾿ ἔκανε καλά», καὶ ἔτσι γίνεται διαφήμιση. Καὶ γυρίζει τελικὰ τὸ δαιμόνιο σὲ συγγενεῖς ἢ σὲ γνωστούς. Ἂν κάποιος, ἂς ὑποθέσουμε, εἶναι καμπουριασμένος ἀπὸ δαιμονικὴ ἐπήρεια, μπορεῖ ὁ μάγος νὰ διώξη τὸ δαιμόνιο ἀπὸ ἐκεῖνον, νὰ τὸ στείλη ἀλλοῦ καὶ νὰ σηκωθῆ ὄρθιος ὁ καμπούρης. Ἂν ὅμως ἔχη καμπούρα ἀπὸ ἀναπηρία, δὲν μπορεῖ ὁ μάγος νὰ τὸν κάνη καλά.
Μοῦ εἶπαν γιὰ μιὰ γυναίκα ὅτι θεραπεύει ἀρρώστους, χρησιμοποιώντας διάφορα ἁγιωτικά. Ὅταν ἄκουσα τί κάνει, ἔμεινα κατάπληκτος ἀπὸ τὴν τέχνη τοῦ διαβόλου. Κρατάει ἕναν σταυρὸ καὶ ψάλλει διάφορα τροπάρια. Ψάλλει π.χ. τὸ «Θεοτόκε Παρθένε» καί, μόλις φθάση στὸ «εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου», φτύνει κοντὰ στὸν σταυρό, βλασφημάει δηλαδὴ τὸν Χριστό, γι᾿ αὐτὸ τὴν βοηθάει μετὰ τὸ ταγκαλάκι. Ἔτσι, μερικοὺς ποὺ εἶναι ἄρρωστοι, ἔχουν μελαγχολία κ.λπ. ἀπὸ δαιμονικὴ ἐπήρεια καὶ οἱ γιατροὶ δὲν μποροῦν νὰ τοὺς κάνουν καλά, αὐτὴ τοὺς θεραπεύει, γιατὶ διώχνει τὸ δαιμόνιο ποὺ προκαλεῖ τὸ βάρος, τὸ στέλνει σὲ ἄλλον, καὶ ἀπαλλάσσονται ἐκεῖνοι ἀπὸ τὴν θλίψη. Καὶ πολλοὶ τὴν ἔχουν γιὰ ἁγία! Τὴν συμβουλεύονται, καὶ λίγο–λίγο βλάπτει τὴν ψυχή τους, τοὺς καταστρέφει.
Χρειάζεται πολλὴ προσοχή. Νὰ φεύγη κανεὶς μακριὰ ἀπὸ τοὺς μάγους καὶ τὰ μάγια, ὅπως φεύγει μακριὰ ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τὰ φίδια. Νὰ μὴν τὰ μπλέκουμε τὰ πράγματα. Ὁ διάβολος δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ κάνη καλό. Μόνον τὶς ἀρρώστιες ποὺ προκαλεῖ ὁ ἴδιος μπορεῖ νὰ θεραπεύση.
Εἶχα ἀκούσει τὸ ἑξῆς περιστατικό: Ἕνας νεαρὸς εἶχε μπλέξει μὲ κάποιον μάγο καὶ ἀσχολήθηκε μὲ μαγικά. Ἔπαθε μετὰ ζημιά, ἀρρώστησε καὶ κατέληξε στὸ νοσοκομεῖο. Μῆνες ξοδεύτηκε ὁ πατέρας του, γιατὶ δὲν εἶχαν τότε ἀσφάλεια, γιὰ νὰ βροῦν τί ἔχει. Οἱ γιατροὶ δὲν τοῦ ἔβρισκαν τίποτε. Εἶχε γίνει χάλια. Τί κάνει τότε ὁ διάβολος! Τοῦ ἐμφανίζεται σὰν τὸν Τίμιο Πρόδρομο, ποὺ τὸν εἶχαν πολιοῦχο στὸν τόπο του, καὶ τοῦ λέει: «Θὰ σὲ κάνω καλά, ἂν ὁ πατέρας σου χτίση μία ἐκκλησία». Τὸ εἶπε τὸ παιδὶ στὸν πατέρα του κι ἐκεῖνος ὁ καημένος εἶπε: «παιδί μου εἶναι, ὅσα ἔχω νὰ τὰ δώσω, ἀρκεῖ νὰ γίνη καλά», καὶ ἔταξε στὸν Τίμιο Πρόδρομο νὰ τοῦ χτίση ἐκκλησία. Ὁ διάβολος ἔφυγε καὶ τὸ παιδὶ ἔγινε καλά. Ἔκανε τό... θαῦμα! Ὁπότε λέει ὁ πατέρας: «Ἐγὼ ἔταξα νὰ χτίσω ἐκκλησία. Πρέπει νὰ ἐκπληρώσω τὸ τάμα μου». Δὲν εἶχαν καὶ οἰκονομικὴ ἄνεση καί, γιὰ νὰ χτίση τὸν ναό, πούλησε ὅσα χωράφια εἶχαν. Ἔδωσε ὅλη τὴν περιουσία του. Τὰ παιδιά του ἔμειναν στὸν δρόμο. Ἀγανάκτησαν, «νὰ λείψη ἡ Ὀρθοδοξία» εἶπαν, καὶ ἔγιναν Ἰεχωβάδες. Βλέπεις τὸν διάβολο τί κάνει; Φαίνεται, ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχαν Ἰεχωβάδες καὶ βρῆκε αὐτὸς τρόπο νὰ γίνουν κι ἐκεῖ Ἰεχωβάδες!
Πότε πιάνουν τὰ μάγια
– Γέροντα, πάντοτε πιάνουν τὰ μάγια;
– Γιὰ νὰ πιάσουν τὰ μάγια, πρέπει νὰ δώση κανεὶς δικαιώματα στὸν διάβολο. Νὰ δώση δηλαδὴ σοβαρὴ ἀφορμὴ καὶ νὰ μὴν ἔχη τακτοποιηθῆ μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐξομολόγηση. Σὲ ἕναν ποὺ ἐξομολογεῖται, καὶ μὲ τὸ φτυάρι νὰ τοῦ ρίχνουν τὰ μάγια, δὲν πιάνουν. Γιατί, ὅταν ἐξομολογῆται καὶ ἔχη καθαρὴ καρδιά, δὲν μποροῦν οἱ μάγοι νὰ συνεργασθοῦν μὲ τὸν διάβολο, γιὰ νὰ τὸν βλάψουν. Μιὰ φορὰ ἦρθε ἕνας μεσήλικας στὸ Καλύβι μὲ ἕναν ἀέρα... Ἀπὸ μακριά, μόλις τὸν εἶδα, κατάλαβα ὅτι ἔχει δαιμονικὴ ἐπήρεια. «Ἦρθα νὰ μὲ βοηθήσης, μοῦ εἶπε. Προσευχήσου γιὰ μένα, γιατὶ ἕναν χρόνο τώρα ἔχω φοβεροὺς πονοκεφάλους καὶ οἱ γιατροὶ δὲν βρίσκουν τίποτε». «Ἔχεις δαιμόνιο, τοῦ λέω, γιατὶ ἔδωσες δικαιώματα στὸν διάβολο». «Δὲν ἔκανα τίποτε», μοῦ λέει. «Δὲν ἔκανες τίποτε; τοῦ λέω. Δὲν ἀπάτησες μία κοπέλα; Ἔ, αὐτὴ πῆγε καὶ σοῦ ἔκανε μάγια. Πήγαινε νὰ ζητήσης συγγνώμη ἀπὸ τὴν κοπέλα, μετὰ νὰ ἐξομολογηθῆς, νὰ σοῦ διαβάσουν καὶ ἐξορκισμούς, γιὰ νὰ βρῆς τὴν ὑγεία σου. Ἂν ἐσὺ δὲν καταλάβης τὸ σφάλμα σου καὶ δὲν μετανοήσης, ὅλοι οἱ πνευματικοὶ τοῦ κόσμου νὰ μαζευτοῦν καὶ νὰ εὐχηθοῦν, τὸ δαιμόνιο δὲν θὰ φύγη».Ὅταν ἔρχωνται τέτοιοι ἄνθρωποι, μὲ τέτοιον ἀέρα, τοὺς μιλάω ἀνοιχτά. Θέλουν τράνταγμα, γιὰ νὰ συνέλθουν.
Ἕνας ἄλλος μοῦ εἶπε ὅτι ἡ γυναίκα του ἔχει δαιμόνιο. Κάνει συνέχεια φασαρίες στὸ σπίτι. Σηκώνεται τὸ βράδυ, τοὺς ξυπνάει, τὰ κάνει ὅλα ἄνω‐κάτω. «Ἐσὺ ἐξομολογεῖσαι;», τοῦ λέω. «Ὄχι», μοῦ λέει. «Πρέπει νὰ ἔχετε δώσει δικαιώματα στὸν διάβολο, τοῦ λέω. Δὲν ἔγινε αὐτὸ στὰ καλὰ καθούμενα». Τελικὰ βρήκαμε ὅτι εἶχε πάει σ᾿ ἕναν Χότζα καὶ τοῦ ἔδωσε κάτι νὰ ραντίση στὸ σπίτι γιὰ γούρι, γιὰ νὰ πάη καλὰ ἡ δουλειά του, καὶ οὔτε κἂν ἔδινε σ᾿ αὐτὸ σημασία. Ἁλώνιζε μετὰ ὁ διάβολος στὸ σπίτι του.
Πῶς λύνονται τὰ μάγια
– Ἂν πιάσουν, Γέροντα, τὰ μάγια, πῶς λύνονται;
– Μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐξομολόγηση. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει πρῶτα νὰ βρεθῆ ἡ αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία ἔπιασαν τὰ μάγια, νὰ καταλάβη ὁ ἄνθρωπος τὸ σφάλμα του, νὰ μετανοήση καὶ νὰ ἐξομολογηθῆ. Πόσοι ἔρχονται ἐκεῖ στὸ Καλύβι ποὺ ταλαιπωροῦνται, ἐπειδὴ τοὺς ἔχουν κάνει μάγια, καὶ μοῦ λένε: «Κάνε προσευχή, γιὰ νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ βάσανο»! Μοῦ ζητοῦν βοήθεια, χωρὶς νὰ ψάξουν νὰ βροῦν ἀπὸ ποῦ ξεκίνησε τὸ κακό, γιὰ νὰ τὸ διορθώσουν. Νὰ βροῦν δηλαδὴ σὲ τί ἔφταιξαν καὶ ἔπιασαν τὰ μάγια, νὰ μετανοήσουν, νὰ ἐξομολογηθοῦν, γιὰ νὰ σταματήση ἡ ταλαιπωρία τους.
– Γέροντα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ τοῦ ἔχουν κάνει μάγια φθάση σὲ τέτοια κατάσταση ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ βοηθήση ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του, νὰ ἐξομολογηθῆ κ.λπ., μποροῦν οἱ ἄλλοι νὰ τὸν βοηθήσουν;
– Μποροῦν νὰ καλέσουν τὸν ἱερέα στὸ σπίτι νὰ κάνη ἕνα εὐχέλαιο ἢ ἕναν ἁγιασμό. Νὰ τοῦ δώσουν νὰ πιῆ ἁγιασμό, γιὰ νὰ ὑποχωρήση λίγο τὸ κακὸ καὶ νὰ μπῆ λίγο Χριστὸς μέσα του. Ἔτσι ἔκανε μιὰ μητέρα γιὰ τὸ παιδί της καὶ βοηθήθηκε. Μοῦ εἶχε πεῖ ὅτι ὁ γιός της ὑπέφερε πολύ, γιατὶ τοῦ εἶχαν κάνει μάγια. «Νὰ πάη νὰ ἐξομολογηθῆ», τῆς εἶπα. «Πῶς νὰ πάη, πάτερ, νὰ ἐξομολογηθῆ, στὴν κατάσταση ποὺ εἶναι;», μοῦ εἶπε. «Τότε πὲς στὸν πνευματικό σου, τῆς λέω, νὰ ἔρθη στὸ σπίτι, νὰ κάνη ἁγιασμὸ καὶ νὰ δώσης στὸν γιό σου νὰ πιῆ ἀπὸ τὸν ἁγιασμό. Θὰ τὸν πιῆ ὅμως;». «Θὰ τὸν πιῆ», μοῦ λέει. «Ἔ, ξεκίνησε μὲ τὸν ἁγιασμό, τῆς λέω, καὶ μετὰ προσπάθησε νὰ μιλήση τὸ παιδί σου μὲ τὸν παπᾶ. Ἂν ἐξομολογηθῆ, θὰ τὸν πετάξη τὸν διάβολο πέρα». Καὶ πράγματι, μὲ ἄκουσε καὶ βοηθήθηκε τὸ παιδί. Μετὰ ἀπὸ λίγο μπόρεσε νὰ ἐξομολογηθῆ καὶ ἔγινε καλά.
Μιὰ ἄλλη γυναίκα, ἡ φουκαριάρα, τί ἔκανε; Ὁ ἄνδρας της εἶχε μπλέξει μὲ μάγους καὶ δὲν ἤθελε οὔτε σταυρὸ νὰ φορέση. Γιὰ νὰ τὸν βοηθήση λίγο, ἔρραψε στὸν γιακᾶ ἀπὸ τὸ σακκάκι του ἕνα σταυρουδάκι. Μιὰ φορὰ ποὺ χρειάσθηκε νὰ περάση ἀπὸ ἕνα γεφύρι στὴν ἄλλη ὄχθη ἑνὸς ποταμοῦ, μόλις πάτησε στὸ γεφύρι, ἄκουσε μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ λέη: «Τάσο, Τάσο, βγάλε τὸ σακκάκι, νὰ περάσουμε μαζὶ τὸ γεφύρι». Εὐτυχῶς ἔκανε κρύο καὶ εἶπε: «Πῶς νὰ τὸ βγάλω; Κρυώνω!». «Βγάλ᾿ το, βγάλ᾿ το, νὰ περάσουμε», ἄκουσε τὴν ἴδια φωνὴ νὰ τοῦ λέη. Βρὲ τὸν διάβολο! Ἤθελε νὰ τὸν ρίξη κάτω στὸ ποτάμι, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε, γιατὶ εἶχε ἐπάνω του τὸ σταυρουδάκι. Τελικὰ τὸν ἔρριξε ἐκεῖ σὲ μιὰ ἄκρη. Ἐν τῷ μεταξύ, τὸν ἔψαχναν οἱ δικοί του ὅλη τὴν νύχτα καὶ τὸν βρῆκαν τὸν καημένο πεσμένο ἐπάνω στὸ γεφύρι. Ἂν δὲν ἔκανε κρύο, θὰ ἔβγαζε τὸ σακκάκι καὶ θὰ τὸν πετοῦσε ὁ διάβολος μέσα στὸ ποτάμι. Τὸν φύλαξε ὁ σταυρὸς ποὺ εἶχε στὸ πέτο του. Πίστευε ἡ φουκαριάρα ἡ γυναίκα του. Ἂν δὲν εἶχε πίστη, θὰ τὸ ἔκανε αὐτό;
Συνεργασία μάγων καὶ δαιμόνων
– Γέροντα, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἁγιότητα δὲν μπορεῖ νὰ ξεσκεπάση ἢ νὰ φρενάρη ἕναν μάγο;
– Πῶς νὰ τὸν φρενάρη; Ἐδῶ λὲς σὲ κάποιον ποὺ ἔχει λίγο φόβο Θεοῦ νὰ προσέξη, γιατὶ ἔτσι ὅπως ζῆ δὲν πάει καλά, καὶ πάλι δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸ δικό του, πόσο μᾶλλον ὁ μάγος ποὺ συνεργάζεται μὲ τὸν διάβολο. Αὐτὸν τί νὰ τὸν κάνης; Θὰ τοῦ πῆς ὁρισμένα πράγματα, ἀλλὰ αὐτὸς πάλι μὲ τὸν διάβολο θὰ εἶναι. Δὲν γίνεται τίποτε. Μόνον ὅταν εἶναι μπροστά σου ὁ μάγος καὶ λὲς τὴν εὐχή, ἐκείνη τὴν στιγμὴ μπορεῖ νὰ μπερδευτῆ τὸ δαιμόνιο καὶ νὰ μὴν μπορῆ ὁ μάγος νὰ κάνη τὴν δουλειά του.
Κάποιος εἶχε ἕνα πρόβλημα, καὶ ἕνας μάγος, ποὺ ἦταν μεγάλος ἀπατεώνας, πῆγε στὸ σπίτι του νὰ τὸν βοηθήση. Ἐκεῖνος ἔλεγε τὴν εὐχή. Ὁ καημένος ἦταν ἁπλός· δὲν ἤξερε ὅτι ὁ ἄλλος ἦταν μάγος, γι᾿ αὐτὸ ἐπενέβη ὁ Θεός. Καὶ νὰ δῆτε τί ἐπέτρεψε ὁ Θεός, γιὰ νὰ καταλάβη! Ἄρχισε νὰ δέρνεται ὁ μάγος ἀπὸ τοὺς δαίμονες καὶ ζητοῦσε βοήθεια ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ ὁποίου θὰ ἔλυνε τὸ πρόβλημα!
– Γέροντα, ἐκεῖνος ἔβλεπε τοὺς δαίμονες;
– Ἐκεῖνος δὲν ἔβλεπε τοὺς δαίμονες· ἔβλεπε μιὰ σκηνή. Ὁ μάγος φώναζε «βοήθεια», ἔκανε τοῦμπες, ἔπεφτε κάτω, ἔβαζε τὸ χέρι του, γιὰ νὰ προφυλάξη τὸ κεφάλι του. Γιατὶ μὴ νομίζετε ὅτι οἱ μάγοι καλοπερνοῦν, ὅτι οἱ δαίμονες τοὺς κάνουν ὅλες τὶς φορὲς τὸ χατίρι. Τὸ ὅτι ἀρνήθηκαν μιὰ φορὰ τὸν Χριστό, αὐτὸ τοὺς εἶναι ἀρκετό. Στὴν ἀρχὴ οἱ μάγοι κάνουν συμβόλαιο μὲ τοὺς δαίμονες, γιὰ νὰ τοὺς βοηθοῦν, καὶ οἱ δαίμονες ὑποτάσσονται γιὰ μερικὰ χρόνια στὶς διαταγές τους. Ἔπειτα ὅμως ἀπὸ λίγο καιρὸ τοὺς λένε: «Μ᾿ ἐσᾶς θὰ ἀσχολούμαστε τώρα;». Εἰδικά, ὅταν οἱ μάγοι δὲν καταφέρνουν νὰ κάνουν αὐτὸ ποὺ θέλουν οἱ δαίμονες, ξέρετε τί τραβοῦν μετά;
Θυμᾶμαι, μιὰ φορὰ ποὺ συζητοῦσα ἔξω ἀπὸ τὸ Καλύβι μὲ ἐκεῖνον τὸν νεαρὸ μάγο ἀπὸ τὸ Θιβέτ, ξαφνικὰ σηκώθηκε, μοῦ ἔπιασε τὰ χέρια καὶ μοῦ τὰ γύρισε πρὸς τὰ πίσω. «Ἂς ἔρθη νὰ σ᾿ ἐλευθερώση τώρα ὁ Χατζεφεντῆς», μοῦ εἶπε. «Ἄντε, βρὲ διάβολε, φύγε ἀπὸ ᾿δῶ», τοῦ εἶπα καὶ τὸν ἔρριξα κάτω. Ἀκοῦς ἐκεῖ νὰ βλασφημήση τὸν Ἅγιο! Πῆγε μετὰ νὰ μὲ χτυπήση μὲ τὸ πόδι του, ἀλλὰ δὲν τὰ κατάφερε· τὸ πόδι του σταμάτησε κοντὰ στὸ στόμα μου. Μὲ φύλαξε ὁ Θεός. Τὸν ἄφησα καὶ μπῆκα στὸ κελλί. Ὕστερα ἀπὸ λίγη ὥρα τὸν εἶδα νὰ ἔρχεται ἀπὸ πέρα, γεμάτος ἀγκάθια. «Ὁ Σατὰν μὲ τιμώρησε, μοῦ εἶπε, γιατὶ δὲν σὲ νίκησα. Μὲ ἔσυρε μέσα στὰ ρουμάνια».

Οἱ μαῦρες δυνάμεις τοῦ σκότους εἶναι ἀδύνατες. Οἱ ἄνθρωποι τὶς κάνουν δυνατὲς μὲ τὴν ἀπομάκρυνσή τους ἀπὸ τὸν Θεό, γιατὶ ἔτσι δίνουν δικαιώματα στὸν διάβολο.

πηγή:  ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Γ’, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ», ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, 2001, σελ. 100-106

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου