Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ


Η κατάσταση του κόσμου με τη «νέα τάξη πραγμά­των» παρουσιάζεται συγκεχυμένη και απειλητική. Ο λεγόμενος υπαρκτός σοσιαλισμός κατέρρευσε, ενώ ό δυτι­κός κόσμος βρίσκεται σε καταφανή πνευματική και ηθι­κή παρακμή και διέρχεται βαθύτατη κρίση. Οι εθνικισμοί και οι ρατσισμοί αναβιώνουν επικίνδυνα και προκαλούν ή εγκυμονούν αιματοχυσίες και φρικαλεότητες. Από την άλλη πλευρά ή αλματώδης ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, που προωθεί την άνεση και τον ευδαι­μονισμό, συμβαδίζει με μια φοβερή πνευματική παράλυ­ση και ηθική ασυναρτησία.
Ο δυτικός πολιτισμός εξαντλείται στα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας. Αυτά αιχμαλωτίζουν τον άνθρωπο, ενώ ταυτόχρονα τον προκαλούν και τον τρομάζουν. Η ηθική προβάλλεται τόσο, όσο εξυπηρετεί τα υλικά συμφέροντα. Ο μοναδικός παράγοντας που μπορεί να συγκροτήσει τον άνθρωπο, να στηρίξει την ηθική του και να προσφέρει νόημα και σκοπό στη ζωή του, η θρησκεία, φαίνεται να μένει για τον παραδοσιακά χρι­στιανικό κόσμο στο περιθώριο. Κι ενώ στις ξένες προς τον Χριστιανισμό περιοχές παρουσιάζεται έντονη θρησκευτι­κή αφύπνιση, στο δυτικό κόσμο η περιθωριοποίηση της θρησκείας συνεχίζεται. Αν εξαιρέσουμε τον Ελληνικό χώρο, όπου εξακολουθούν να κτίζονται Εκκλησίες, και τις περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης, όπου αποκαθίστανται παλαιοί ή δημιουργούνται νέοι λατρευτικοί χώ­ροι μετά τη βαβυλώνια αιχμαλωσία των ορθοδόξων κυ­ρίως λαών, σε ολόκληρη την υπόλοιπη Ευρώπη η θρη­σκευτική κατάσταση δεν είναι καθόλου ενθαρρυντική. Από ετών έπαυσαν να κτίζονται Εκκλησίες, ενώ οι υπάρχουσες αδειάζουν ή και εκποιούνται για κοσμικές χρήσεις.
Οι λόγοι της περιθωριοποιήσεως της θρησκείας δεν είναι παντού ίδιοι ούτε ισοβαρείς. Στην Ανατολική Ευρώπη η θρησκεία πολεμήθηκε από το κράτος και αποβλήθηκε συστηματικά από την κοινωνική ζωή, ενώ στη Δυτική Ευρώπη η περιθωριοποίησή της ήρθε ως φυσική συνέπεια της εκκοσμικεύσεως. Οι αλλαγές όμως που ση­μειώθηκαν πρόσφατα στην Ανατολική Ευρώπη οδήγησαν τους λαούς της στην αναζήτηση όχι μόνο της ελευθερίας αλλά και των ανέσεων της εκκοσμικευμένης κοινω­νίας.
Παράλληλα πρέπει να επισημανθεί μια σημαντική διαφορά μέσα στο χώρο του πρώην υπαρκτού σοσιαλι­σμού ανάμεσα στον παραδοσιακά ορθόδοξο λαό από τη μια μεριά και τον παραδοσιακά ρωμαιοκαθολικό και προτεσταντικό από την άλλη. Ενώ στον πρώτο η απελευθέρωση συνοδεύτηκε με μια θρησκευτική αναγέννηση, που εκδηλώθηκε με ομαδικές προσελεύσεις στο Βάπτισμα, με αύξηση του εκκλησιασμού και των θρησκευ­τικών εκδηλώσεων των πιστών, στο δεύτερο το φαινόμε­νο αυτό δεν ήταν αισθητό. Σε μερικές μάλιστα περιπτώ­σεις διαπιστώθηκε σαφής υποχώρηση της θέσεως της Εκκλησίας. Αυτό οφείλεται στην κοινωνικοποίηση της Εκκλησίας και τον ιδεολογικό ρόλο της διδασκαλίας της. Όσο δηλαδή η Εκκλησία λειτουργούσε ως κέντρο κοινωνικής συσπειρώσεως και ιδεολογικής αντιδράσεως εναντίον του καταπιεστικού καθεστώτος, προσείλκυε τον κόσμο. Όταν ο ρόλος της αυτός έπαυσε να υπάρχει, το ενδιαφέρον του κόσμου σταμάτησε. Πολλά ενεργά μέ­λη της Εκκλησίας αφοσιώθηκαν εξολοκλήρου στην πο­λιτική, για ν’ αντιμετωπίσουν τα νέα προβλήματα, όπως συνέβη στην Ανατολική Γερμανία, ενώ στην Πολωνία, όπου η θρησκεύουσα παράταξη ήταν και προηγουμένως συσπειρωμένη και ισχυρή, παρουσιάσθηκε ως νέα εξουσιαστική τάξη και προκάλεσε αντιδράσεις σε άλλες μερίδες του λάου.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία λειτουργεί πρωτίστως ως χώρος πνευματικής ελευθερίας. Ο Ορθόδοξος ζει στην Εκκλησία αυτό που δεν υπάρχει και δεν μπορεί να προσφερθεί στην κοσμική κοινωνία. Η Ορθόδοξη Εκκλη­σία δεν αποτελεί ιδιαίτερο κοινωνικό οργανισμό, αλλά ούτε και απροσδιόριστη πνευματική κίνηση. Είναι η θε­ανθρώπινη κοινωνία, που οικοδομείται με την ευχαριστιακή σύναξη. Συνδέεται άμεσα με την κοινωνική ζωή και προσδίδει σ’ αυτήν υπερβατική και εσχατολογική προοπτική. Η περιοχή της κοινωνικής ζωής διατηρεί τη συμβατική αξία της, χωρίς ποτέ ν’ απολυτοποιείται. Όταν δεν υπάρχει η αναγνώριση ή η ανοχή της Εκκλησίας από το κράτος, προβάλλει το μαρτυρικό πνεύμα. Ουσιαστική βλάβη προξενεί η εσωτερική διάβρωση της Εκ­κλησίας και η μεταβολή των ποιμένων της σε όργανα της κρατικής εξουσίας.
Η κοινωνικοποίηση της Εκκλησίας έχει καταλυτι­κές επιπτώσεις. Όταν η Εκκλησία παύει να στηρίζει την κοινωνική ζωή, παραμερίζεται. Μαζί της όμως εξαφανίζεται και κάθε δυνατότητα να καλυφθούν οι πνευματικές ανάγκες των πιστών. Αυτό γίνεται εμφανέστερο στην εποχή μας με τη σύγχρονη εκκοσμικευμένη. Η Εκ­κλησία μετατρέπεται σε εξειδικευμένη δομή της κοινωνι­κής ζωής, για να εξυπηρετήσει τις «θρησκευτικές ανάγκες». Αφανίζεται  ο χαρισματικός χαρακτήρας της και προκαλείται πνευματική ένδεια. Έτσι ανοίγει ο χώρος για τις ανατολικές θρησκευτικές και αντιθρησκευτικές κινήσεις, τη μαγεία και τον αποκρυφισμό.
Η κρίση του δυτικού κόσμου σήμερα είναι στην ου­σία της πνευματική. Και το σημαντικότερο είναι ότι η φύ­ση της κρίσεως αυτής δεν είναι αρκετά...
συνειδητή, και φυσικά δεν καταβάλλεται η απαιτούμενη προσπάθεια ν’ αντιμετωπιστεί. Τα επίπεδα στα οποία σκέπτεται και ενεργεί ό σημερινός Ευρωπαίος είναι το οικονομικό και το πολιτικό. Γι’ αυτό απασχολείται διαρκώς με οικονομικά και πολιτικά προβλήματα, και μιλάει για οικονομική και πολιτική κρίση.
Η βαθύτερη αιτία των προβλημάτων και των κρίσεων αυτών αγνοείται και δεν εξετάζεται.
Σήμερα μια οικονομικά και πολιτικά ενωμένη Ευρώ­πη εξακολουθεί ν’ αποτελεί τον ιδεώδη στόχο των Ευρωπαίων. Το ηθικό και πνευματικό επίπεδο, πού διαμορφώ­νεται με τη θρησκευτική πίστη και ζωή, παραθεωρείται ή και εγκαταλείπεται τελείως. Και είναι φυσικό να συμβαί­νει αυτό, γιατί ή εκκοσμίκευση προσβάλλει τη θρησκευ­τική πίστη, καταλύει τη θρησκευτική εμπειρία και παρα­λύει τη θρησκευτική ζωή.
Το πνεύμα αυτό κατευθύνει και τους περισσότερους οπαδούς των χριστιανικών ομολογιών. Οι δογματικές αλήθειες, που συνιστούσαν εξαρχής τα θεμέλια της πνευματικής ζωής των πιστών, τείνουν να θεωρηθούν ως συμ­βατικές θρησκευτικές ιδιορρυθμίες, ή ως ενδιαφέροντα
θέματα για την ενασχόληση των ειδικών. Η Εκκλησία τοποθετείται στο επίπεδο μιας συμβατικής κοινωνίας, μέσα στην όποια οι εκπρόσωποι των επιμέρους χριστια­νικών ομολογιών μπορούν να διαπραγματεύονται την εκκλησιαστική ενότητα. Έτσι το πνεύμα τού συγκρητι­σμού γενικεύεται και προσλαμβάνει διαστάσεις που απειλούν να διαβρώσουν και τον ορθόδοξο κόσμο.
Με τα δεδομένα αυτά δεν πρέπει να θεωρείται παράξενη μια μελλοντική ενοποίηση των χριστιανικών ομολογιών της Δύσεως, παρά τις πολλές δογματικές διαφορές τους, υπό κοινή εκκλησιαστική ηγεσία. Αυτονόητη βέ­βαια είναι και ή επιθυμία προσεταιρισμοί της Ορθόδο­ξης Εκκλησίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προς την κατεύ­θυνση αυτή εκδηλώνει ο Ρωμαιοκαθολικισμός, ο οποίος με την Ουνία προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα που τον χωρίζει από την Ορθοδοξία. Άλλωστε οι τελευταίες κι­νήσεις του Ρωμαιοκαθολικισμού στο χώρο της Ανατο­λής υποδηλώνουν με σαφήνεια μια τέτοια διάθεση. Τέλος η εντυπωσιακή προβολή της Εκκλησίας ως κοινωνίας, που σημειώνεται πρόσφατα στα πλαίσια της οικουμενι­κής κινήσεως, είναι ενδεικτική αυτού του πνεύματος.
Στην κατάσταση αύτη ή ορθόδοξη τοποθέτηση είναι σαφής. Ή ’Ορθόδοξη Εκκλησία είχε και έχει πάντοτε τη συνείδηση της κοινωνίας. Εδώ όμως δεν πρόκειται για συμβατική, αλλά για εσχατολογική και θεανθρώπινη κοινωνία. Η Εκκλησία είναι «κοινωνία θεώσεως»[1]. Και υπάρχει ως κοινωνία θεώσεως, μόνο εφόσον μένει αδιάσπαστα ενωμένη με το Χριστό, που είναι η Αλήθεια[2]. Η ενότητα εν τη Αλήθεια δεν αποτελεί για την Εκκλησία απλό συμβεβηκός, αλλά ουσιώδες γνώρισμα της φύσεώς της. Είναι μια δυναμική ενότητα, που επαληθεύεται διαρ­κώς με την εμπειρία της θεώσεως μέσα στο σώμα της.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει τη συνείδηση ότι αποτελεί την αδιάκοπη συνέχεια της μίας αδιαίρετης Εκ­κλησίας. Και στηρίζει τη συνείδησή της αυτή στη διαχρο­νική ενότητα της με την αποστολική Εκκλησία. Η ενότητα της Εκκλησίας, ως ουσιώδες γνώρισμα της φύσεώς της, δεν μπορεί να τεθεί υπό διαπραγμάτευση. Δεν υπάρχουν πολλές Εκκλησίες, γιατί δεν υπάρχουν πολλοί Χρι­στοί ή πολλά σώματα Χριστού. Η θέση αυτή δεν είναι ούτε οπισθοδρομική ούτε συντηρητική, αλλά αυτονόητη και παραδοσιακή. Είναι η θέση που είχε εξαρχής η Εκ­κλησία και πρόβαλλε πάντοτε η κοινή εκκλησιαστική παράδοση. Γι’ αυτό και ό τρόπος με τον όποιο υποστηρίζεται η αποκατάσταση πλήρους κοινωνίας των Αντιχαλκηδονίων με την Ορθόδοξη Εκκλησία δημιουργεί σοβα­ρές ανησυχίες για κρίση ταυτότητας στην ίδια την ’Ορθοδοξία. Δεν είναι δυνατό υπό το φώς νεώτερης δογ­ματικής συμφωνίας Σύνοδοι που καταδικάσθηκαν από Οικουμενικές Συνόδους να θεωρηθούν ορθόδοξες στη δι­δασκαλία τους, γιατί η διδασκαλία δεν εξαντλείται στη διατύπωση μόνο του δόγματος, αλλά εκφράζει την ενότητα και την ταυτότητα της Εκκλησίας. Ούτε μπορούν πρόσωπα που αναθεματίζονται στο Συνοδικόν της Ορ­θοδοξίας να θεωρούνται Πατέρες μιας άλλης Ορθόδο­ξης Εκκλησίας, η όποια τελικά γίνεται αποδεκτή ως ταυτόσημη με εκείνη που συνέταξε το Συνοδικόν. Πάντο­τε, και ιδιαίτερα σε κρίσιμους καιρούς σαν τούς σημερι­νούς, η προσήλωση στη διαχρονική ενότητα και ταυτό­τητα της Ορθοδοξίας είναι επιτακτική.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διεκδικεί καμιά πρω­τοτυπία ούτε εκπροσωπεί κάποια διορθωτική παρέμβα­ση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν προήλθε ούτε από με­ταρρύθμιση ούτε από αντιμεταρρύθμιση. Η παράδοσή της ταυτίζεται με την παράδοση της αδιαίρετης Εκκλη­σίας. Δεν προβάλλει τίποτε, που δεν περιείχε η κοινή πα­ράδοση της Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η Ορθοδοξία καλεί τούς Χριστια­νούς να επιστρέψουν στην πρώτη χιλιετία, αλλά ότι τους προσκαλεί να τοποθετηθούν στην καθολική προοπτική που είχε ως τότε η Εκκλησία. Χωρίς την τοποθέτηση αυ­τή δεν είναι δυνατή η διατήρηση της ενότητας και της καθολικότητας της Εκκλησίας. Άλλωστε και η Ορθο­δοξία δεν επιστρέφει στο παρελθόν, αλλά βρίσκεται στο παρόν με την ιστορική συνείδηση της καθολικής παραδόσεώς της. Δεν στηρίζεται σε συμβιβασμούς και δια­πραγματεύσεις, αλλά στη διαχρονική συμφωνία με την Αγία Γραφή, τους Πατέρες και τις Οικουμενικές Συνό­δους της Εκκλησίας.
Βέβαια συχνά οι κατά τόπους ορθόδοξες Εκκλησίες ή οι εκπρόσωποί τους τοποθετούν την Ορθοδοξία μέσα σε στενά γεωγραφικά ή ιστορικά πλαίσια. Την κάνουν ε­θνική ή φυλετική. Μια τέτοια όμως Ορθοδοξία, που δια­χωρίζεται από αυτό που παντού, πάντοτε και από όλους πιστεύτηκε, μπορεί να είναι ομολογιακή, δεν είναι όμως αυθεντική. Και στο μέτρο πού οι Ορθόδοξες Εκκλησίες ή οι εκπρόσωποί τους αντιλαμβάνονται και ζουν έτσι την Ορθοδοξία, χρειάζονται να επανατοποθετηθούν και να ξαναβρούν την αυθεντική παράδοση της Ορθοδοξίας: την παράδοση των Αποστόλων, των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. Αυτή είναι η καθολική παράδο­ση της αδιαίρετης Εκκλησίας. Είναι η παράδοση που διασώζεται στην ορθόδοξη λατρεία, στην ορθόδοξη θεο­λογία, στην ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Είναι η παράδο­ση που διατηρείται εμπειρικά και μαρτυρείται από ζω­ντανούς μάρτυρες σε κάθε εποχή μέσα στην Εκκλησία.
Ο εγκλωβισμός της εκκλησιαστικής παραδόσεως σε εθνικά σχήματα οδηγεί στην αλλοτρίωση. Η οικουμενικότητα της Εκκλησίας δεν εκφράζεται με τον επιμερισμό της πίστεώς της στις κατά τόπους ’Εκκλησίες, αλλά με την περισυναγωγή των πολλών Εκκλησιών με τις ποι­κίλες κοινωνικές δομές και πολιτιστικές παραδόσεις στην ενιαία πίστη. Ταυτόχρονα η ενότητα της πίστεως δεν ανάγεται σε πολιτική ή πολιτιστική ενοποίηση. Μπο­ρεί βέβαια να γίνει αιτία και για την πραγματοποίησή τους, όχι όμως και να ταυτιστεί με οποιαδήποτε από αυ­τές
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρεί μια μη εκκοσμικευμένη θεώρηση της χριστιανικής παραδόσεως. Αυτή είναι πολύτιμη όχι μόνο για την Ανατολή, αλλά και για τη Δύση, όπου η εκκοσμίκευση συνυφάνθηκε με τη θεολογική και την εκκλησιαστική παράδοση. Στην παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας μπορεί να βρει η Δύση τη γνήσια εκκλησιαστική παράδοση και την αυθεντική θεολογία.
Η οικουμενική αποστολή της Ορθοδοξίας έγκειται πρωτίστως στην καταλληλότητά της να υπενθυμίσει στο χριστιανικό κόσμο την κοινή πνευματική κληρονομία του. Όπου υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον γι’ αυτή, η σπουδαιότητα της παρουσίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας αναγνωρίζεται εύκολα. Η έλλειψη όμως του ενδιαφέροντος αυτού δημιουργεί εμπλοκές. Και συνήθως ούτε οι Ορθόδοξοι ενδιαφέρονται να προβάλουν την παράδοσή τους ούτε οι μη Ορθόδοξοι να τη γνωρίσουν.
Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως άλλωστε από γενικότερη άποψη και ολόκληρος ο κόσμος, είναι κρίσιμη. Με τα δεδομένα πού υπάρχουν για την Ορθόδοξη Εκκλησία, και ιδιαίτερα για την Ελλαδική, οι εναλλακτικές δυνατότητες πού προσφέρονται είναι δύο:
α) να προσαρμοστεί στην εκκοσμίκευση, οπότε συνδέεται ευκολότερα με τον εκκοσμικευμένο χριστιανικό κόσμο της Ευρώπης αλλά και ευρύτερα της Δύσεως.
β) Να μείνει σταθερή στην παράδοσή της, οπότε διατρέχει τον κίνδυνο να παραμείνει μόνη στη χριστιανική Ευρώπη, αλλά και ξένη προς το δυτικό χριστιανικό κόσμο.
Η πρώτη δυνατότητα προωθείται κυρίως πρακτικά με την τακτική που ακολουθούν συνήθως οι πολιτικοί και οι διανοούμενοι. Αυτοί εγκωμιάζουν την Ορθοδοξία και την παρουσιάζουν ως ανεκτίμητο θρησκευτικό και πολιτιστικό θησαυρό. Στην πράξη όμως την εντάσσουν στους δικούς τους στόχους και προωθούν την προσαρμογή της προς τα δυτικά πρότυπα. Ενόψει μάλιστα του ενδεχομένου να δημιουργηθεί μία χριστιανική Ευρώπη από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια, που θα συνιστούσε φραγμό και στις επεκτατικές διαθέσεις του μουσουλμανικού κόσμου, θεωρούν τις οποιεσδήποτε παραχωρήσεις από την πλευρά της Ορθοδοξίας όχι μόνο θεμιτές, αλλά και απαραίτητες.
Η τακτική αυτή δημιουργεί ασφαλώς σοβαρούς κινδύνους για τη διατήρηση της ταυτότητας της Ορθοδοξίας. Γι’ αυτό και διατυπώνονται ζωηρότατες αντιρρήσεις από θρησκευτικούς κυρίως παράγοντες. Οι αντιρρήσεις αυτές κορυφώνονται με τις θέσεις και διαμαρτυρίες ζηλωτικών κύκλων, πού χαρακτηρίζουν τους εκπροσώπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας στους διαχριστιανικούς διαλόγους ως προδότες της Ορθοδοξίας. Αυτονόητο βέβαια είναι ότι οι κύκλοι αυτοί δεν είναι θετικά τοποθετημένοι στην πολιτική ένωση της Ελλάδος με την Ευρώπη.
Εδώ όμως πρέπει να σημειωθεί ότι σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού συμφωνεί με την ακολουθούμενη πολιτική. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι υιοθετεί και τη θρησκευτική παράδοση της Ευρώπης. Τα κίνητρα για τη συμφωνία του είναι οικονομικά και πολιτικά. Επειδή όμως αυτά εκφράζουν και το κύριο ενδιαφέρον του, οι θρησκευτικές διαφορές τοποθετούνται σε δεύτερη μοίρα. Εδώ οι αντιδράσεις θα ήταν ίσως εντονότερες, αν υπήρχε καλύτερη ενημέρωση. Είναι, νομίζουμε, φανερό ότι η προσχώρηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην εκκοσμίκευση της Δύσεως δεν θα προσβάλει μόνο την ταυτότητα της Ορθοδοξίας, αλλά θα βλάψει και ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο, γιατί θα ματαιώσει το ενδεχόμενο μιας αληθινά οικουμενικής επανατοποθετήσεώς του.
Η δεύτερη δυνατότητα, πού προωθείται από τους ευρύτερους κύκλους των πιστών, όπως και από το σύνολο σχεδόν των κληρικών και των μοναχών, έχει ισχυρή θεολογική στήριξη, αλλά μειονεκτεί σε πρακτική απήχηση και εφαρμογή. Εδώ μπορούμε να διακρίνουμε δύο κατηγορίες ανθρώπων: τους συντηρητικούς και τους παραδοσιακούς . Οι πρώτοι βλέπουν τη ζωή της Εκκλησίας στατικά και αδιαφορούν για την απήχησή της στο σύγχρονο κόσμο. Το κύριο ενδιαφέρον τους στρέφεται προς την ακρίβεια του γράμματος και όχι προς την αλήθεια του πνεύματος. Οι δεύτεροι βλέπουν τη ζωή της Εκκλησίας δυναμικά και ενδιαφέρονται για τη μαρτυρία της Ορθοδοξίας στο σύγχρονο κόσμο. Η κύρια φροντίδα τους συγκεντρώνεται στο περιεχόμενο και όχι στον τύπο της παραδόσεως.
Οι συντηρητικοί αντιδρούν σε κάθε προσπάθεια προσαρμογής στο σύγχρονο κόσμο, έστω και αν αυτή είναι εξωτερική και απαραίτητη για τη διαχρονική διατήρησή της. Περιορίζουν την ορθόδοξη παράδοση στα σχήματα του παρελθόντος και αρνούνται κάθε άνοιγμα προς το παρόν και το μέλλον. Η στάση τους απέναντι στον κόσμο, και κυρίως απέναντι σε μια ενωμένη Ευρώπη είναι αρνητική. Συνήθως βλέπουν στη Δύση το σταθερό εχθρό της Ορθοδοξίας, πράγμα πού στηρίζουν όχι μόνο σε πικρές ιστορικές αναμνήσεις, αλλά και σε σύγχρονες εμπειρίες από τη συμπεριφορά των δυτικών προς τους Ορθοδόξους και από τη συνεχιζόμενη προώθηση της Ουνίας.
Οι παραδοσιακοί αποδέχονται τις προσαρμογές πού απαιτεί η βίωση και προβολή της Ορθοδοξίας στο σύγχρονο κόσμο. Βλέπουν την Ορθόδοξη παράδοση στη διαχρονική της ενότητα και θεωρούν φυσική και απαραίτητη την οργανική ανάπτυξή της. Είναι ανοικτοί προς το παρόν και το μέλλον, ενώ ταυτόχρονα πιστεύουν στον οικουμενικό χαρακτήρα της Ορθοδοξίας, όπως αυτός παρουσιάζεται και στο Συνοδικόν της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Η Ορθοδοξία είναι η πίστη πού στήριξε την οικουμένη και αποτελεί τη μόνη ελπίδα γι’ αυτήν. Η εκκοσμικευμένη χριστιανική κοινωνία της Δύσεως μπορεί να βρεί στην Ορθοδοξία τον πλούτο πού έχασε.
Οι παραδοσιακοί, που ευνοούν γενικά το διαχριστιανικό διάλογο επί ίσοις όροις, αισιοδοξούν ότι παρά τη μικρή ποσοστιαία εκπροσώπηση της Ορθοδοξίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μπορεί να υπάρξει κάποια γόνιμη επικοινωνία. Ειδικότερα ελπίζουν ότι η Ευρώπη μπορεί να ανακαλύψει στην Ορθοδοξία τις βαθύτερες πνευματικές ρίζες της και να βοηθηθεί σε μια πνευματική αναγέννηση. Οι σχετικές ελπίδες έχουν και συγκεκριμένα ερείσματα όχι μόνο σε κάποιο θεωρητικό ενδιαφέρον πού υπάρχει σήμερα στη Δύση για τη γνωριμία της Ορθοδοξίας, αλλά και σε πρακτικά παραδείγματα προσλήψεως στοιχείων της ορθόδοξης παραδόσεως στην εκκλησιαστική ζωή της Δύσης (συνοδικότητα, σεβασμός εθνικής ιδιαιτερότητας κ.ά.) ή και προσελεύσεων στην Ορθοδοξία. Βέβαια δεν αγνοούν και τους σοβαρούς κινδύνους της αλλοτριώσεως ή της πλήρους αφομοιώσεως των Ορθοδόξων μέσα στη συντριπτική πλειοψηφία των ετεροδόξων Ευρωπαίων. Οι κίνδυνοι όμως αυτοί δεν καταστρέφουν τις ελπίδες τους.
Συχνά γίνεται λόγος για ορθόδοξο και ειδικότερα για ελληνικό αντιδυτικισμό ή ακόμα και αντιευρωπαϊσμό. Το πρώτο είναι οπωσδήποτε σωστό, ενώ το δεύτερο σοβαρά αμφισβητήσιμο. Η κοιτίδα της Ευρώπης δεν μπορεί εύκολα να είναι ούτε να χαρακτηρίζεται αντιευρωπαϊκή. Αν υπάρχει μιά αποξένωση των Ελλήνων από την Ευρώπη, αυτή αφορά τη Δυτική Ευρώπη, που από την εποχή του Καρόλου του Μεγάλου άρχισε να διαμορφώνει μιά ξεχωριστή ταυτότητα με σαφώς ανθελληνικό χαρακτήρα. Έτσι π.χ. οι φράσεις «πηγαίνω στην Ευρώπη», «αυτά συμβαίνουν στην Ευρώπη», πού ακούονται καθημερινά, αναφέρονται πάντοτε σε περιοχές της Δυτικής Ευρώπης. Ποτέ δε λέγονται για ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο, ή πολύ περισσότερο για περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης.
Εκείνο όμως πού υπάρχει ευρύτερα, αλλά συνήθως δεν αναφέρεται, είναι ο αντιανατολισμός, και ειδικότερα ο ανθελληνισμός των Δυτικών. Ο ανθελληνισμός αυτός, πού είναι πολύ ευρύτερος από τον περιορισμένο σε τελική ανάλυση φιλελληνισμό, παρουσιάζεται σε διάφορα επίπεδα, και οπωσδήποτε στο εκκλησιαστικό και το θεολογικό. Ανάμεσα στις συνοδικές καταδίκες πού άρχισαν ήδη από τον 9ο αιώνα και τα πολεμικά θεολογικά συγγράμματα εναντίον των Ελλήνων και της θεολογίας τους από τη μια μεριά (βλ. Ανσέλμου Καντερβουρίας, Contra Graecos, Θωμά Ακινάτη, Contra Graecos, Contra errores Graecorum) και στις νεώτερες προσπάθειες αφελληνισμού του Χριστιανισμού και εξευτελισμού του βυζαντινού πολιτισμού από την άλλη (βλ. Ch . Lebeau , Histoire du Base – Empire , Paris 1757-86, E . Gibbon , The History of the Decline and Fall of the Roman Empire , London 1776-88), παρεμβάλλεται ένα πλήθος ανθελληνικών ενεργειών, αλλά και ατυχών ιστορικών συγκυριών, πού καλλιέργησαν τον ανθελληνισμό στη Δύση. Ιδιαίτερα η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους (1204), η προσηλυτιστική δραστηριότητα των μισσιοναρίων κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ο ρόλος των δυτικών δυνάμεων στη Μικρασιατική καταστροφή και την Κυπριακή τραγωδία αποτυπώνουν στο ιστορικό σκηνικό μια σαφώς ανθελληνική στάση της Δυτικής Ευρώπης. Δεν θα ήταν μάλιστα υπερβολικό να διαπίστωνε κάποιος εδώ τον απόηχο ενός είδους πνευματικής πατροκτονίας, πού πραγματοποιήθηκε για τη θεμελίωση μιάς δυτικοευρωπαϊκής αυτοσυνειδησίας.
Χαρακτηριστικά είναι όσα σημειώνει ο αγωνιστής της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 Στρατηγός Μακρυγιάννης: «Τους κατάτρεξαν οι Ευρωπαίγοι τους δυστυχείς Έλληνες. Εις της πρώτες χρονιές εφόδιαζαν τα κάστρα των Τούρκων. Τους κατάτρεχαν και τους κατατρέχουν ολοένα διά να μην υπάρξουν. Η Αγγλία τους θέλει να τους κάμη Άγγλους με την δικαιοσύνη την αγγλική, καθώς οι Μαλτέζοι ξυπόλυτους και νηστικούς, οι Γάλλοι Γάλλους, οι Ρούσοι Ρούσους, κι ο Μετερνίκ της Αούστριας Αουστριακούς -κι όποιος τους φάγη από τους τέσσερους» ( Απομνημονεύματα 2,3 , Αθήνα 1971, σ.253). Πρόσφατο παράδειγμα ενταφιασμού του Ελληνισμού ως πνευματικού και πολιτιστικού τροφέα της Ευρώπης μπορεί να θεωρηθεί η Ιστορία της Ευρώπης του Ζαν Μπατίστ Ντυροζέλ.
Η πραγματική όμως Ευρώπη δεν έχει τις ρίζες της στο Μεσαίωνα. Το σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως σηματοδότησε τη διαμόρφωση μιάς λογοκρατικής και στη συνέχεια τεχνοκρατικής Δυτικής Ευρώπης, πού έχασε την επικοινωνία με τις βαθύτερες ρίζες της. Η διάσπαση πού κυριάρχησε από τότε στο δυτικό χριστιανικό κόσμο με το θεολογικό μονισμό του sola Scriptura, sola Gratia, sola Fides και με την αδυναμία συνθέσεως του κτιστού με το άκτιστο ή του υλικού με το πνευματικό από τη μια μεριά, και με την αντιπαράθεση ατόμου και κοινωνίας, ανθρώπου και κτίσεως από την άλλη, φανερώνει την ανεπάρκεια του βάθρου της δυτικοευρωπαϊκής χριστιανικής παραδόσεως. Η αρμονική σύνθεση προσώπου και κοινωνίας με την καλλιέργεια του κοινοβιακού πνεύματος και η μεταμόρφωση του κόσμου και των πραγμάτων του κόσμου με την παρουσία της άκτιστης ανακαινιστικής ενέργειας του Θεού, πού ζούσε εξαρχής η Εκκλησία, παρέμειναν ως ιδιαίτερη παράδοση της Ορθοδοξίας. Και η παράδοση αυτή αποκλείστηκε από την παράδοση της Δυτικής Ευρώπης. Η Ορθοδοξία δεν επινόησε κάτι που δεν υπήρχε. Η Δύση όμως λησμόνησε κάτι πού υπήρχε και είχε.
Ευρώπη όμως δεν είναι μόνο η Δυτική Ευρώπη. Και ευρωπαϊκός δεν είναι μόνο ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο Προτεσταντισμός. Ευρώπη είναι και η Ανατολική Ευρώπη. Και ευρωπαϊκή είναι η Ορθοδοξία: η Ελληνική Ορθοδοξία, η Ρωσική, η Ρουμανική, η Βουλγαρική, η Σερβική. Οι νεώτερες εξελίξεις στον ευρωπαϊκό χώρο με την ενοποίηση των δύο Γερμανιών και τη μετατόπιση του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος από τα στενά όρια της Δυτικής Ευρώπης προς ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο ανοίγουν και για την Ορθοδοξία νέες προοπτικές. Η προσέγγιση των δυτικοευρωπαϊκών χωρών με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, και ιδιαίτερα με τη Ρωσία, φέρνει στο προσκήνιο καινούργιους θρησκευτικούς συσχετισμούς, μέσα στους οποίους η παρουσία της Ορθοδοξίας αποκτά ευρύτερες διαστάσεις.
Σε κάθε όμως περίπτωση, η ένωση της Ευρώπης, παρά τις οποιεσδήποτε επιπτώσεις πού μπορεί να έχει για τη διατήρηση των Ορθοδόξων και ιδιαιτέρως του ελληνορθόδοξου λαού, δεν παύει να προσφέρει στο Ρωμαιοκαθολικό και Προτεσταντικό πληθυσμό της την ευκαιρία μιάς καλύτερης γνωριμίας με την Ορθοδοξία, και ειδικότερα με την ελληνική Ορθοδοξία. Όπως κοινώς αναγνωρίζεται, η κληρονομία της Ελλάδος ανήκει σε ολόκληρη την Ευρώπη. Και η κληρονομία αυτή δεν είναι μόνο η αρχαία ελληνική, αλλά και η ελληνορθόδοξη. Όπως και η Ελλάδα πού εντάσσεται σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι μόνο η κλασική, αλλά και η χριστιανική. Δεν είναι μόνο η Ελλάδα των σοφιστών και των φιλοσόφων, αλλά και η Ελλάδα των Αγίων και των Πατέρων της Εκκλησίας. Μια κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση στο επίπεδο αυτό, που αποτελεί και βάθρο της ευρωπαϊκής κληρονομίας, θα μπορούσε να δώσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση την τρίτη διάστασή της, την πνευματική.
Είναι καιρός να σταματήσει μαζί με τον αντιδυτικισμό της Ανατολής και ο αντιανατολισμός και ανθελληνισμός της Δύσεως. Οι ρίζες της Ευρώπης βρίσκονται στον ελληνοχριστιανικό κόσμο. Και η ορθόδοξη ελληνοχριστιανική παράδοση είναι οικουμενική, επειδή ακριβώς δεν είναι εθνικά ελληνική. Ως εθνικά ελληνική κατανοείται μόνο από τους φανατικούς και μισαλλόδοξους υπερασπιστές της, όχι από αυτούς πού τη σέβονται αληθινά και την ακολουθούν. Ο Ελληνισμός, όπως εύστοχα υπογράμμισε ο κορυφαίος Ρώσος θεολόγος π. Γεώργιος Φλορόφσκι, « is a standing category of the Christian existence ( Proc e s – Verbaux du Premier Congr e s de Th e ologie Orthodoxe a Ath e nes , Ath e nes 1930, σ.242)
Για να μη κινδυνεύσει λοιπόν εξαρχής να μεταβληθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια μικρή ή μεγάλη αυταπάτη (βλ. A . Minc , La grande illusion , Paris 1989), χρειάζεται ν’ ανασυνδεθεί με τις βαθύτερες πνευματικές ρίζες της. Η ορθόδοξη παράδοση με την ιστορική ευαισθησία, τη διαχρονική ενότητα και τον οικουμενικό χαρακτήρα μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά προς την κατεύθυνση αυτή.
Από το βιβλίο του ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ι. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ, Η εμπειρική Θεολογία στην οικολογία και την πολιτική, Θεσσαλονίκη, 1994, σελ. 152-169





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου