Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

«Οὐ εἰσὶ δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι, εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα...» (Ματθ. 18:20)

Τούς ἔσπρωξαν μέσα μέ δύναμη. Ἔπεσαν κι οἱ δύο σάν τά σακιά στό πάτωμα.
Ἡ πόρτα...ἡ ἀμπάρα....οἱ φωνές....τά βήματα.....κι ἐπειτα ἡσυχία.
Ὁ π. Ἀρσένιος καί ὁ Ἀλέξιος ἔμειναν μόνοι στό σκοτάδι. Τό λιγοστό φεγγαρόφωτο, πού ἔμπαινε μεσ’ ἀπό τό στενό παραθυράκι μέ τά σιδερένια κάγκελα, μόλις πού τούς ἐπέτρεπε νά διακρίνουν τίς σιλουέτες τους.
Ὁ π.Ἀρσένιος σηκώθηκα ἀργά.
-Νά, λοιπόν, Ἀλέξιε, πού ὁ Κύριος μᾶς ἔφερε ἐδῶ, νά μείνουμε μόνοι, οἱ δυό μας... Κάνει κρύο... Κρύο, Ἀλέξιε!

-Θά παγώσουμε, π. Ἀρσένιε!  Θά παγώσουμε!  Μᾶς περιμένει ὁ θάνατος!  Πρέπει νά πηδᾶμε, νά πηδᾶμε συνέχεια. Ἀλλά δέν ἔχω δυνάμεις... Καί εἶναι τόσο στενά ἐδῶ... Μᾶς περιμένει ὁ θάνατος.. Δέν εἶναι ἄνθρωποι αὐτοί, π. Ἀρσένιο!  Οἱ ἄνθρωποι δέν κάνουν τέτοια πράγματα... Καλύτερος εἶναι ὁ τουφεκισμός!
Ὁ π. Ἀρσένιος σώπαινε.
-Γιατί δέν μιλᾶτε; Γιατί, π. Ἀρσένιε;....
Ὁ Ἀλέξιος σχεδόν φώναζε. Ἡ ἀπάντηση ἀκούστηκε σάν νά ἐρχόταν ἀπό μακριά, πολύ μακριά.
-Προσεύχομαι, Ἀλέξιε!
-Μά γιά ποιό πράγμα νά προσευχηθοῦμε ἐδῶ μέσα, ὅταν πιά παγώνουμε;
-Εἴμαστε μόνοι. Γιά σαρανταοχτώ  ὧρες δέν θά μᾶς ἐνοχλήσει κανείς.  Θά προσευχηθοῦμε, λοιπόν,  Ἀλιόσα!  Θά μπορέσουμε νά μιλήσουμε στόν Κύριο ἐλεύθερα, ἀπερίσπαστα, φωναχτά-γιά πρώτη καί ἴσως μοναδική φορά μέσα σέ τοῦτο τό στρατόπεδο. Ἄς μή χάσουμε τήν εὐκαιρία! Ἄς προσευχηθοῦμε... καί ἔχει ὁ Θεός..

Ὁ π. Ἀρσένιος εἶχε ἀρχίσει νά χάνει τά λογικά του –αὐτή ἦταν ἡ μοναδική ἐξήγηση πού μποροῦσε νά δώσει ὁ Ἀλέξιος.  Τόν ἔβλεπε μέσα στό ἀμυδρό φῶς τοῦ φεγγαριοῦ, πού εἰσχωροῦσε ἀπό τό παραθυράκι, νά στέκεται ὄρθιος, νά σταυροκοπιέται ἀκατάπαυστα καί νά ψιθυρίζει.
Τό μόνο πού ἀπασχολοῦσε τόν Ἀλέξιο  ἦταν ὅτι πάγωνε. Πάγωνε!.... Τά χέρια καί τά πόδια του εἶχαν κιόλας ξυλιάσει. Δέν τά ἔνιωθε.  Δύναμη γιά νά κινηθεῖ δέν εἶχε καμιά. Τό καταλάβαινε, σιγοπέθαινε. Ὅλα πιά τοῦ ἦταν ἀδιάφορα...
Ξάφνου ἄκουσε ὁλοκάθαρα τά λόγια τῆς προσευχῆς πού ἔλεγε, δυνατά τώρα, ὁ π. Ἀρσένιος.  Κάτι σκίρτησε μέσα του.  Στήν ἐκκλησία εἶχε πάει μόνο μιά φορά στή ζωή του,  κι αὐτή ἀπό περιέργεια. Ἡ γιαγιά του πάντως τόν εἶχε βαπτίσει. Ἡ οἰκογένειά του ἦταν ἄθεη, ἤ μᾶλλον ἐντελῶς ἀδιάφορη γιά θρησκευτικά ζητήματα. Ὁ ἴδιος ἦταν κομσομόλος. Τί σχέση μποροῦσε νά ἔχει μέ τήν πίστη;
Μέσα στούς πόνους καί τό μάργωμα, μέσα στό τρόμο ἀπό τό φρικιαστικό ἄγγιμα τοῦ θανάτου, ὁ Ἀλέξιος ἀφουγκραζόταν....
-.......Κύριε καί Θεέ μου! Ἐλέησέ μας, τούς ἁμαρτωλούς! Πανάγαθε καί πολυέλεε Ἰησοῦ! Ἡ ἄπειρη ἀγάπη Σου γιά μᾶς Σέ κατέβασε ἀπό τούς οὐρανούς. Ἦρθες στή γῆ καί σαρκώθηκες γιά νά μᾶς σώσεις. Λύτρωσέ μας καί τώρα, κατά τό μέγα ἔλεός Σου, ἀπό τόν σκληρό τοῦτο θάνατο. Βοήθησέ μας. Ἐσύ, πού εἶσαι ὁ Πλάστης καί Εὐεργέτης καί Σωτήρας μας....
Κάθε λέξη πού ἔβγαινε ἀπό τό στόμα τοῦ π.Ἀρσενίου ἦταν ποτισμένη μέ τήν ἀγάπη, τήν ἐλπίδα καί τήν ἀσάλευτη πίστη στό Θεό.
Στήν ἀρχή ὁ Ἀλέξιος δέν μποροῦσε νά κατανοήσει ὅλα ὅσα ἄκουγε. Οἱ ἔννοιες τῆς προσευχῆς τοῦ ἦταν ἄγνωστες, καί γι’  αὐτό τώρα τίς ἔβρισκε παράξενες, δυσνόητες. Μά ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα, ὅσο τὸ σῶμα του πάγωνε, τόσο καλύτερα καταλάβαινε τή σημασία τῶν λέξεων καί τῶν φράσεων. Στήν ψυχή του ἁπλώθηκε μιά γλυκειά γαλήνη. Ὁ φόβος ἐξαφανίστηκε. Ἡ καρδιά του ἀκολουθοῦσε σάν μαγνητισμένη τά λόγια τῆς προσευχῆς τοῦ π. Ἀρσενίου, ἀκόμα κι ἐκεῖνα πού δέν πολυκαταλάβαινε.
-......Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ!  Ἐσύ, μέ τά πανάχραντα χείλη Σου, μᾶς βεβαίωσες «Ἐάν δύο ὑμῶν συμφωνήσωσιν ἐπί τῆς γῆς περὶ παντὸς πράγματος οὗ ἐὰν αἰτήσωνται, γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18:19-20).
Ὁ Ἀλέξιος ἐπαναλάμβανε τίς λέξεις:
-«.....γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· οὗ γὰρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν».
Ὁλόκληρο τό σῶμα του εἶχε πιά παγώσει.
Κι ἔξαφνα, μέσα σέ μιά στιγμή, μέσα σέ μιά μονάχα στιγμή, τά πάντα ἄλλαξαν. Τό σκοτάδι, τό κρύο, τό μούδιασμα, οἱ πόνοι, ὁ φόβος, ὅλα ἐξαφανίστηκα. Τό χῶρο γέμιζε ἡ φωνή τοῦ π. Ἀρσενίου.
-«....ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν».
Ὁ Ἀλέξιος στράφηκε στόν π. Ἀρσένιο. Καί δέν πίστευε στά μάτια του. Τί ἦταν ἐκεῖνο πού ἔβλεπε;
‟Μοῦ σάλεψε!  Ἔχω παραισθήσεις! Ἦρθε τό τέλος. Πεθαίνω....’’, συλλογίστηκε.
Τό κρατητήριο εἶχε γίνει εὐρύχωρο καί φωτεινό, πολὺ φωτεινό, σάν ἐκκλησία. Ὁ π.Ἀρσένιος ἦταν ντυμένος μέ μιά λαμπρή ἱερατική στολή καί προσευχόταν μεγαλόφωνα μέ τά χέρια ὑψωμένα. Τά λόγια του ἦταν τώρα ἀπόλυτα κατανοητά καί οἰκεῖα στόν  Ἀλέξιο. Εἰσχωροῦσαν μέσα στήν ψυχή του κι ἔδιωχναν τήν ἀγωνία καί τή θλίψη.
Ἀλλά νά, πράγματι, κάποιος ἦταν ἐκεῖ, δίπλα τους. Δέν τόν ἔβλεπε, ἔνιωθε ὅμως ὁλοκάθαρα τήν παρουσία του.
Καί οἱ ἄλλοι δύο πάλι, οἱ φωτόμορφοι νέοι μέ τίς ἀστραφτερές φορεσιές, πού στέκονταν στά δεξιά καί στ’ ἀριστερά τοῦ π. Ἀρσενίου, ἀπό πού ξεπρόβαλαν;.....
Ἡ προσευχή συνεπῆρε τόν Ἀλέξιο, πλημμύρισε ὅλη του τήν ὕπαρξη. Σηκώθηκε καί στάθηκε δίπλα στόν π. Ἀρσένιο. Τό κορμί του ζεστάθηκε. Ἡ ἀνάσα του ἔγινε ἐλαφριά. Ἕνα αἴσθημα χαρᾶς φτέρωνε τήν καρδιά του.
Προσευχόταν ὁ π.Ἀρσένιος. Προσευχόταν κι ὁ Ἀλέξιος μαζί του, μέ τήν αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Ναί, ὁ Θεός ἦταν ἐκεῖ, μαζί τους, ζωντανός!  Τόν ἔβλεπε μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς του, ὅπως ἔβλεπε κι ἐκείνους τούς δύο ἀπεσταλμένους Του, πού τούς συμπαραστέκονταν.
Μιά –δυό φορές τοῦ ἦρθε ἡ σκέψη, ὅτι τόσο ὁ ἴδιος ὅσο καί ὁ π. Ἀρσένιος εἶχαν ἤδη πεθάνει -ἤ ὅτι πέθαιναν καί βρίσκονταν σέ παραλήρημα. Ὅλα ὅμως τοῦ ἔδειχναν ὅτι ζοῦσε μιά πραγματικότητα.
Πόση ὥρα πέρασε ἔτσι; Δέν μποροῦσε νά προσδιορίσει. Σέ μιά στιγμή, πάντως, ὁ π. Ἀρσένιος στράφηκε καί τοῦ εἶπε:
-Πήγαινε, Ἀλιόσα! Κουράστηκες, πήγαινε νά ξαπλώσεις. Ἐγώ θά προσεύχωμαι κι ἐσύ θά μ’ ἀκοῦς.
Ὁ Ἀλέξιος ξάπλωσε στό πάτωμα, ἔκλεισε τά μάτια καί συνέχισε νά προσεύχεται.
«....Περὶ παντὸς πράγματος οὗ ἐὰν αἰτήσωνται, γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς».
«......Συνηγμένοι, εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα....»
-Ναί! Ναί! Δέν εἴμαστε μόνοι!.....
Ἦταν ἥσυχα, ζεστά, εὐχάριστα.
Ξάφνου πρόβαλε ἀπό κάπου ἡ μητέρα του. Ἦρθε κοντά του καί τόν σκέπασε στοργικά -ἔτσι ἔκανε πάντα, ὥς τον περασμένο χρόνο, πού τόν συνέλαβαν. Ὕστερα ἔπιασε ἁπαλά τό κεφάλι του μέ τά δυό της χέρια καί τό ἔσφιξε στό στῆθος της.
Ἤθελε νάτῆς πεῖ:
-Μητέρα, ἀκοῦς πῶς προσεύχεται ὁ π.Ἀρσένιος; Γνώρισα τό Θεό!  Πιστεύω! ....
Τό εἶπε; Δέν τό εἶπε;.... Ὡστόσο ἐκείνη σάν ν’ ἀποκρίθηκε:
-Ἀλιόσα, ὅταν σέ πήρανε, βρῆκα κι ἐγώ τό Θεό! Ἐκεῖνος μοῦ ἔδωσε τό κουράγιο νά ζῶ!....
Τώρα πιά ὁ Ἀλέξιος δέν ζητοῦσε τίποτα ἀπό τόν Κύριο. Μόνο Τόν δόξαζε καί Τόν εὐχαριστοῦσε.
 Πόσο κράτησαν ὅλα τοῦτα; Δέν ἤξερε. Στή μνήμη του ἔμειναν μόνο τά λόγια τῆς προσευχῆς, ἡ γλυκειά θαλπωρή, τό ἄπλετο φῶς, ὁ λαμπροφορεμένος π. Ἀρσένιος, οἱ δυό φωτόμορφοι νέοι, τό αἴσθημα τῆς ἀνέκφραστης θέρμης....
Ἀκούστηκαν φωνές. Μετά χτυπήματα. Ἔβγαζαν τήν ἀμπάρα.
Ὁ Ἀλέξιος ἄνοιξε τά μάτια. Ὁ π. Ἀρσένιος ἀκόμα προσευχόταν. Οἱ δυό νέοι τούς εὐλόγησαν καί ἐξαφανίστηκαν. Τό φῶς σιγά-σιγά μειώθηκε καί ὁ χῶρος στένεψε. Νά, ξαναβρέθηκαν μέσα στό σκοτεινό καί παγωμένο κρατηρήριο...
-Σήκω, Ἀλέξιε! Ἦρθαν!
Ἦταν ὁ διοικητής, ὁ γιατρός, ὁ ὑπεύθυνος τῆς τάξης, ὁ προϊστάμενος τοῦ Εἰδικοῦ Τμήματος ταγματάρχης Ἀμπρόσιμωφ καί δυό-τρεῖς ἐπόπτες.
Ξεχώρισε κάποια φωνή πίσω ἀπό τήν πόρτα.:
-Αὐτό εἶναι ἀπαράδεκτο! Ὑπάρχει κίνδυνος νά εἰδοποιηθεῖ ἠ Μόσχα! Ποιός ξέρει πῶς θά τό δοῦν.... Οἱ καιροί μας δέν σηκώνουν κατεψυγμένα πτώματα!
Ἡ πόρτα ἄνοιξε καί φάνηκε ὁ διοικητής.
-Ζεῖτε;.....
Τό ὕφος του φανέρωνε κατάπληξη καί ἀπορία. Ἔλβεπε ὄρθιο μπροστά του τό γέρο μέ τό κοντό γενάκι καί τό μπαλωμένο μπουφάν· ὄρθιο καί τό νεαρό μέ τό ξεσκισμένο πανωφόρι καί το πληγωμένο πρόσωπο. Στά χείλη τους ἄνθιζαν συγκρατημένα χαμόγελα. Ἡ ὄψη τους ἦταν γαλήνια. Ἕνα παχύ στρῶμα πάχνης σκέπαζε τά ροῦχα τους.
-Ζεῖτε; Πῶς ἐπιζήσατε ἐδῶ μέσα γιά δύο εἰκοσιτετράωρα;
-Εἴμαστε ζωντανοί, εἶπε ἁπλά ὁ π. Ἀρσένιος, χωρίς νά δώσει καμιάν ἐξήγηση.
Οἱ ἄλλοι κοιτάζονταν μεταξύ τους ἄφωνοι. Ἦταν ἀπίστευτο!
-Ἐμπρός, ἔρευνα! πρόσταξε ὁ διοικητής.
Ὁ π. Ἀρσένιος καί ὁ Ἀλέξιος πέρασαν ἔξω. Οἱ ἐπόπτες ἔβγαλαν τά γάντια καί ἄρχισαν νά ψάχνουν μέ προσοχή κάθε σημεῖο τοῦ κρατητηρίου.
Ὁ γιατρός ἔχωσε τό χέρι του κάτω ἀπ’ τά ροῦχα τῶν δύο κρατουμένων.
-Ἀνεξήγητο! Πῶς ἔζησαν;..... Εἶναι πράγματοι ζεστοί!
Μῆκε στό κρατητήριο καί τό ἐρεύνησε προσεκτικά.
-Μέ τί ζεσταινόσασταν; ρώτησε ὅταν ξαναβγῆκε.
-Μέ τήν πίστη στό Θεό καί τή προσευχή, ἀποκρίθηκε ὁ π. Ἀρσένιος.
-Ἀφιονισμένοι! τσίριξε νευριασμένος ἕνας ἐπόπτης. Γρήγορα στην παράγκα!
Σάν νεκραστημένους τούς δέχτηκαν στό θάλαμο.
-Πῶς σωθήκατε; τούς ρωτοῦσαν ὅλοι.
-Ὁ Θεός μᾶς ἔσωσε, ἀπαντοῦσαν κι οἱ δύο μ’ ἕνα στόμα.
Μετά ἀπό μία ἑβδομάδα μετέφεραν τόν Ἰβάν Κάριι σέ ἄλλη παράγκα. Καί μετά ἀπό ἄλλη μία, καθώς δούλευε, πλακώθηκε ἀπό πέτρες καί χώματα. Πέθανε βασανιστικά. Διαδόθηκε πώς τόν ἔφαγαν οἱ σύντροφοί του μά δέν ὑπῆρχε καμιά ἀπόδειξη γι’ αὐτό.
Ὁ Ἀλέξιος, μετά τό κρατητήριο, ἔγινε ἄλλος ἄνθρωπος. Ἀναγεννήθηκε. Σάν πατέρα καί σύμβολο, σάν ὁδηγό καί συμπαραστάτη εἶχε τόν π.Ἀρσένιο. Καί μ’ ὅλους τούς πιστούς τοῦ θαλάμου μιλοῦσε μόνο γιά τό Θεό καί τήν ὀρθόδοξη πίστη- γιά τίποτ’ ἄλλο.


Ἀπό το βιβλίο
π. Ἀρσένιος ο κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376''
(σελ.80--95)
Εκδόσεις Ἱεράς Μονής Παρακλήτου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου